Σχεδόν 40 χρόνια μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνόμπιλ , νέα επιστημονική έρευνα επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των μακροχρόνιων επιπτώσεων της ραδιενέργειας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα παιδιά ανδρών που είχαν εκτεθεί σε ιονίζουσα ακτινοβολία κατά τις επιχειρήσεις αποκατάστασης εμφανίζουν αυξημένο αριθμό συγκεκριμένων γενετικών μεταλλάξεων. Οι επιστήμονες, ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι η διαπίστωση αυτή δεν μεταφράζεται σε ουσιαστικό κίνδυνο για την υγεία τους. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Νέα στοιχεία για τη διαγενεακή επίδραση της ακτινοβολίας Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητική ομάδα του Πανεπιστήμιο της Βόννης, η οποία ανέλυσε τα πλήρη γονιδιώματα 130 παιδιών εργαζομένων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις καθαρισμού μετά την έκρηξη της 26ης Απριλίου 1986. Στο δείγμα συμπεριλήφθηκαν επίσης 110 παιδιά Γερμανών χειριστών στρατιωτικών ραντάρ με τεκμηριωμένη έκθεση σε διάσπαρτη ακτινοβολία, καθώς και 1.275 άτομα χωρίς γνωστό ιστορικό έκθεσης, ώστε να υπάρχει ομάδα σύγκρισης. Σε αντίθεση με παλαιότερες έρευνες που εξέταζαν μεμονωμένες νέες μεταλλάξεις, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε «clustered de novo mutations» (cDNMs), δηλαδή σε ομάδες δύο ή περισσότερων μεταλλάξεων που δεν ανιχνεύονται στο DNA των γονέων αλλά εμφανίζονται συγκεντρωμένες στο γονιδίωμα των παιδιών. Η παρουσία τους θεωρείται ένδειξη ότι το γενετικό υλικό υπέστη θραύση και στη συνέχεια επιδιορθώθηκε με ατελή τρόπο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι απόγονοι των εργαζομένων στο Τσερνόμπιλ παρουσίαζαν κατά μέσο όρο 2,65 τέτοιες συστάδες μεταλλάξεων. Στην ομάδα των παιδιών χειριστών ραντάρ ο μέσος όρος ήταν 1,48, ενώ στον γενικό πληθυσμό περιοριζόταν στις 0,88 ανά άτομο. Σαφής σχέση με τη δόση ακτινοβολίας Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Scientific Reports, κατέγραψε και μια άμεση συσχέτιση ανάμεσα στη δόση ακτινοβολίας που είχαν λάβει οι γονείς και στον αριθμό των μεταλλάξεων στους απογόνους τους. «Βρήκαμε σημαντική αύξηση στον αριθμό των cDNMs στους απογόνους ακτινοβολημένων γονέων και πιθανή συσχέτιση μεταξύ της εκτιμώμενης δόσης και του πλήθους των μεταλλάξεων», αναφέρουν οι ερευνητές, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για την πρώτη ένδειξη διαγενεακής επίδρασης παρατεταμένης πατρικής έκθεσης σε χαμηλές δόσεις ιονίζουσας ακτινοβολίας στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Οι περισσότεροι από τους πατέρες προέρχονταν από την πόλη Πρίπιατ ή συμμετείχαν στις επιχειρήσεις κατάσβεσης, απομάκρυνσης ραδιενεργών υλικών και ταφής μολυσμένων αποβλήτων μετά την έκρηξη του αντιδραστήρα. Ο μηχανισμός πίσω από τις μεταλλάξεις Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, η ιονίζουσα ακτινοβολία οδηγεί στη δημιουργία «δραστικών μορφών οξυγόνου», ασταθών μορίων που μπορούν να προκαλέσουν ρήξεις στις αλυσίδες του DNA. Εάν η βλάβη αυτή συμβεί στα αναπτυσσόμενα σπερματοκύτταρα, ενδέχεται να δημιουργηθούν συστάδες μεταλλάξεων που μεταβιβάζονται στους απογόνους. Η μέση εκτιμώμενη δόση που είχαν δεχθεί οι γονείς υπολογίστηκε περίπου στα 365 milligray, επίπεδο χαμηλότερο από το ανώτατο όριο επαγγελματικής έκθεσης για αστροναύτες που έχει θέσει η NASA, το οποίο ανέρχεται στα 600 milligray. Καθησυχαστικά τα συμπεράσματα για την υγεία Παρά την αυξημένη παρουσία των συγκεκριμένων μεταλλάξεων, οι ειδικοί τονίζουν ότι αυτές εντοπίστηκαν σε μη κωδικοποιητικές περιοχές του DNA, δηλαδή σε τμήματα που δεν σχετίζονται με την παραγωγή πρωτεϊνών. Δεν προέκυψε, επομένως, ένδειξη αυξημένης συχνότητας ασθενειών στα παιδιά των εκτεθειμένων εργαζομένων σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Μάλιστα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ηλικία του πατέρα κατά τη σύλληψη συνδέεται ισχυρότερα με την εμφάνιση δυνητικά επιβλαβών μεταλλάξεων απ’ ό,τι η ίδια η ακτινοβολία, εύρημα που επιβεβαιώνει προηγούμενες μελέτες για τον ρόλο της προχωρημένης πατρικής ηλικίας στη γονιδιακή επιβάρυνση. Μια καταστροφή με διαρκές αποτύπωμα Η πυρηνική έκρηξη του 1986 παραμένει η σοβαρότερη στην ιστορία. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 31 άνθρωποι έχασαν άμεσα τη ζωή τους, ενώ περίπου 600.000 εργαζόμενοι συμμετείχαν στις επιχειρήσεις αποκατάστασης, εκτεθειμένοι σε υψηλά επίπεδα ακτινοβολίας. Υπολογίζεται ότι 8,4 εκατομμύρια πολίτες σε Λευκορωσία, Ρωσία και Ουκρανία επηρεάστηκαν από τη ραδιενέργεια, ενώ περισσότερα από 248.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης μολύνθηκαν. Σήμερα, λίγοι ηλικιωμένοι παραμένουν στα χωριά γύρω από τη Ζώνη Αποκλεισμού, ενώ χιλιάδες εργαζόμενοι απασχολούνται εκ περιτροπής για τη συντήρηση και επιτήρηση της περιοχής. Παρά τη σημαντική μείωση των επιπέδων ραδιενέργειας, το Τσερνόμπιλ εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο επιστημονικής μελέτης, καθώς τα δεδομένα δείχνουν ότι οι συνέπειες της καταστροφής ενδέχεται να αγγίζουν και τις επόμενες γενιές.
