«Η Γοητεία των Παλαιών Ακινήτων: Γιατί οι Έλληνες Επιλέγουν το Παρελθόν»

«Η Γοητεία των Παλαιών Ακινήτων: Γιατί οι Έλληνες Επιλέγουν το Παρελθόν»

Η Τάση στην Αγορά Ακινήτων στην Ελλάδα

Η ελληνική αγορά ακινήτων συνεχίζει να δείχνει σαφή προτίμηση προς τις παλαιές κατοικίες,όπως αποδεικνύουν τα πρόσφατα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς για το 2024. Αυτή η τάση δεν είναι τυχαία, αλλά αντανακλά μια πολύπλοκη πραγματικότητα που συνδυάζει οικονομικούς, κοινωνικούς και πολεοδομικούς παράγοντες.

Πολλοί Έλληνες αγοραστές αναζητούν κατοικίες που να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες στέγασης χωρίς την ανάγκη μεγάλων αρχικών επενδύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι παλαιές κατοικίες ηλικίας άνω των 20 ετών προσφέρουν τη πιο προσιτή επιλογή. Σύμφωνα με την έρευνα, το 66,1% των ακινήτων που πωλήθηκαν σε όλη τη χώρα το 2024 ανήκε σε αυτήν την κατηγορία. Στην περιοχή της Αττικής το ποσοστό φτάνει στο 82,9%, ενώ στη Θεσσαλονίκη οι πωλήσεις παλαιών κατοικιών ανέρχονται στο 80,6%.

Η επιλογή αυτών των ακινήτων σχετίζεται άμεσα με την τιμή τους. Ένα παλιό ακίνητο μπορεί να αποκτηθεί σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος από ένα νεόδμητο, γεγονός που καθιστά αυτήν την επιλογή ελκυστική για αγοραστές που είτε δεν έχουν αρκετή χρηματοδότηση είτε επιθυμούν να επενδύσουν στο ακίνητο. Παρόλο που μπορεί να απαιτεί ανακαίνιση, πολλοί πιστεύουν ότι με σωστή διαχείριση μπορούν να βελτιώσουν την αξία του ακινήτου και να κερδίσουν υπεραξία στο μέλλον—ιδιαίτερα αν βρίσκεται σε περιοχή με αυξανόμενη ζήτησή ή εντός σχεδίου πόλεως.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ενίσχυσης της αγοράς παλαιών κατοικιών είναι η περιορισμένη διαθεσιμότητα νέων κατασκευών. Σε κεντρικές περιοχές μεγάλων αστικών κέντρων η ανοικοδόμηση προχωρά με βραδείς ρυθμούς λόγω έλλειψης οικοπέδων και υψηλού κόστους κατασκευής. Για παράδειγμα, μόνο το 4% των πωληθέντων ακινήτων στην Αττική ήταν νεόδμητα κατά τη διάρκεια του 2024. Στη Θεσσαλονίκη η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη με ποσοστό νεόδμητης κατασκευής στο 7,6%, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας παρατηρείται αύξηση στη ζήτησή τους φτάνοντας έως και το 28% – τον υψηλότερο αριθμό πανελλαδικά.

Επιπλέον της ηλικίας των κατοικιών ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα είδη των ακινήτων που επιλέγονται από τους αγοραστές. Πανελλαδικά οι οικιστικές μονάδες παραμένουν κυρίαρχες αποτελώντας το 77,1% όλων των συναλλαγών στον χώρο του real estate. Η ανάγκη για στέγαση υπερτερεί κάθε άλλης χρήσης ειδικά όταν οι τιμές ενοικίων παραμένουν υψηλές και η αγορά προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια μακροχρόνια.

Στην Αττική μάλιστα οι πωλήσεις οικημάτων φτάνουν το εντυπωσιακό ποσοστό του 87,6%,ενώ στη Θεσσαλονίκη αγγίζουν το 88,2%. Αυτό αποδεικνύει ότι οι πολίτες επικεντρώνονται κυρίως στη μόνιμη κατοίκηση.

Δευτερεύουσα προτίμηση έχει η αγορά γης – κυρίως οικοπέδων και γεωργικών εκτάσεων – καλύπτοντας περίπου το 18,2% των συνολικών πωλήσεων. Αυτή η τάση είναι πιο έντονη στις περιφέρειες όπου πολλοί βλέπουν την επένδυση σε γη ως στρατηγική επιλογή για πιθανές ανοικοδομήσεις ή γεωργική/τουριστική αξιοποίηση.

Aντιθέτως τα επαγγελματικά ακίνητα όπως γραφεία και καταστήματα εμφανίζουν περιορισμένη δυναμική καθώς αντιστοιχούν μόλις στο 4,7% όλων των συναλλαγών πανελλαδικώς—ποσοστό ακόμη χαμηλότερο (3%) στις περιφέρειες—λόγω επιφυλάξεων σχετικά με τη βιωσιμότητα τέτοιου είδους χώρων μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο εμπορικό περιβάλλον.

Συμπερασματικά λοιπόν η αγορά παλιών κατοικιών συνεχίζει να κυριαρχεί λόγω οικονομικής προσβασιμότητας καθώς επίσης λόγω ανάπτυξης προοπτικών αλλά και περιορισμένης προσφοράς νέας δόμησης στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας μας.
Οι οικηματικές μονάδες γενικά κρατούν πρωτεύοντα λόγο στις προτιμήσεις ενώ αντίθετα γη διαδραματίζει σημαντικότερο κομμάτι εκτός πόλεως.
Η ελληνική αγορά ακινήτων παραμένει ενεργός ωστόσο οι αποφάσεις αγορών καθορίζονται κατά κύριο λόγο από κόστος διαθέσιμοτητας καθώς επίσης δυνατότητες αξιοποίησης στον χρόνο.