Την απόσυρση του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, -συνδέοντας την υπογραφή της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για την ενίσχυση των ΣΣΕ, με την υπόθεση υπεξαίρεσης στην οποία εμπλέκεται ο πρόέδρος της ΓΣΕΕ (και συνυπογράφων με την ιδιότητα του εθνικού εταίρου), Γιάννης Παναγόπουλος- ζήτησαν την Πέμπτη στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου, τα κόμματα της αντιπολίτευσης – αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από τη ΝΔ. Απαντώντας στα «πυρά» της αντιπολίτευσης, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως, αφού υπογράμμισε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας έχουμε μια Εθνική Κοινωνική Συμφωνία στην οποία συμφώνησαν κυβέρνηση και όλοι οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι, θέλησε να επισημάνει ότι η ενίσχυση των ΣΣΕ και η υπόθεση Παναγόπουλου είναι δύο διακριτά θέματα. Ιστορίες πολιτικής ελαφρότητας #943 Πατήστε εδώ Η υπόθεση των Προγραμμάτων Κατάρτισης, σημείωσε η υπουργός, «είναι ένα θέμα που αφορά το φυσικό πρόσωπο του κ. Παναγόπουλου που όπως όλοι ξέρουμε έχει λάβει ένα ειδοποιητήριο από την Ανεξάρτητη Αρχή Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος, ως φυσικό πρόσωπο. Και βεβαίως θα πρέπει να πέσει άπλετο φως σε κάθε πτυχή αυτής της υπόθεσης». Αντίστοιχα, συνέχισε, «η διαχρονική θεσμική συνεργασία της Πολιτείας με όλους του εθνικούς κοινωνικούς εταίρους, είναι ένα άλλο ξεχωριστό θέμα. Η συνεργασία Πολιτείας και κοινωνικών εταίρων για τα Προγράμματα Κατάρτισης απορρέει από το πλαίσιο της συνεργασίας που θέτει η ίδια η ΕΕ, επειδή εκείνοι ξέρουν καλύτερα την αγορά εργασίας». Και απευθυνόμενη στο ΠΑΣΟΚ, η κυρία Κεραμέως πρόσθεσε λέγοντας: «Καταλαβαίνω τη δεινή θέση που βρίσκεται» απέναντι σε αυτή την Κοινωνική Συμφωνία «λόγω σαφώς, σαφέστατα του κ. Παναγόπουλου αλλά και του πρόεδρου της ΓΣΕΒΕΕ κ. Καββαθά, που είναι μέλος της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ και ήρθε στην ακρόαση και επί λέξει μας είπε ότι “αισθάνθηκαν απαίσια και θα το λέω μέχρι να πεθάνω” γιατί εδώ έχουμε κάτι το πρωτοφανές. Πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας έχουμε μια εθνική Κοινωνική Συμφωνία στην οποία συμφώνησαν κυβέρνηση και όλοι οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι, η οποία ανοίγει την δυνατότητα για αυξήσεις μισθών και παροχών και εσείς την επικρίνετε». Κλείναντας η υπουργός Εργασίας (προ)κάλεσε αντιπολίτευση να συζητήσει εάν θέλει τις ΣΣΕ και όχι να υπεκφεύγει σε άλλα θέματα. Απαντώντας, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Χρήστος Μάντζιος, τόνισε ότι στην υπόθεση Παναγόπουλου «το ΠΑΣΟΚ υπήρξε εξαρχής και σε χρόνο μηδενικό καθαρό». «Εμείς δεν σχολιάζουμε αλλά ενεργούμε», παρατηρησε αναφερόμενος στην απόφαση διαγραφής του κ. Παναγόπουλου και ζήτησε «αυτή η υπόθεση να μην αποπροσανατολίσει από το βασικό διακύβευμα που είναι οι ευθύνες της κυβέρνησης της ΝΔ και γι΄αυτή την υπόθεση». Γιατί όπως επέμεινε, «είναι η κυβέρνηση που πρέπει να λογοδοτήσει. Η κυβέρνηση βολεύεται με όσα έχουν εξελιχθεί αλλά δεν θα πρέπει να της επιτρέψουμε να διαφύγει από την λογοδοσία», γι’ αυτό και η ΚΟ κατέθεσε σχετική Ερώτηση για τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Κατάρτισης Ανέργων, συνολικά. Το αίτημα απόσυρσης του νομοσχεδίου έθεσε αρχικά ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ Νίκος Καραθανασόπουλος, υπενθυμίζοντας ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχει ζητήσει από τις 6 Φεβρουαρίου την απόσυρση του νομοσχεδίου «γιατί είναι ένα νομοσχέδιο έκτρωμα, αποτέλεσμα ενός διαλόγου του υπουργείου Εργασίας, της εκφυλισμένης ηγεσίας της ΓΣΕΕ, του ΣΕΒ και των εργοδοτών». «Μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις της ηγετικής ομάδας της ΓΣΕΕ – ο Παναγόπουλος αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου- φαίνεται καθαρά το τι χαρακτηριστικά είχε αυτή η ηγετική ομάδα που κυριαρχούσε στη ΓΣΕΕ. Την είχε μετατρέψει με ευθύνη της ηγεσίας σε ένα “παραμάγαζο” του αστικού κράτους και της εργοδοσίας. Σε έναν μηχανισμό συνδιαλλαγής, προσαρμογής των συνδικάτων στις αντιλαϊκές πολιτικές ΕΕ και κυβερνήσεων», κατήγγειλε ο κ. Καραθανασόπουλος. Με τη σειρά του και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς Νάσος Ηλιόπουλος, παρατήρησε ότι «η συζήτηση του νομοσχεδίου διεξάγεται στην σκιά των αποκαλύψεων των Προγραμμάτων Κατάρτισης. Η κυβέρνηση προσπαθεί να πει ότι εμπλέκεται απλά ο Παναγόπουλος (ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ) και εκεί τελειώνει η ιστορία. Δυστυχώς όμως, για την κυβέρνηση δεν εμπλέκεται μόνο ο Παναγόπουλος αλλά εμπλέκεται το υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένες εταιρείες που είχαν συγκεκριμένες σχέσεις με το υπουργείο Εργασίας. Θα αναφέρω μόνο μια εταιρεία, την “ΑΩΖ ΑΕ” η οποία συστάθηκε 3.4.2020 που την ήξερε πολύ καλά αυτή την εταιρεία η κυρία Στρατινάκη και η οποία με το που συστήνεται αρχίζει και παίρνει δουλειές από το υπουργείο Εργασίας, από την ΔΥΠΑ, το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής, από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, από το υπουργείο Μεταφορών, από τον Οργανισμό Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης, τον ΟΑΣΑ και τον ΟΣΕ, από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, την ΕΡΤ- Κοινωνία της Πληροφορίας ΑΕ, από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, τον Οίκο του Ναύτου και από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Και αυτή είναι μια από τις εμπλεκόμενες εταιρείες». Και τώρα κατέληξε, «εσείς έρχεστε να μας πείτε ότι περίπου φταίει ένας άνθρωπος, ο Παναγόπουλος λες και εκείνος όρισε την ροή του χρήματος, όρισε και σχεδίασε τα Προγράμματα Κατάρτισης». «Πάνω σε αυτή την ροή χρήματος που υπήρξε, αμφισβητείται ευθέως η συνεννόηση, η συναίνεση που έφερε η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς εταίρους», δήλωσε ο κ. Ηλιόπουλος και ζήτησε να αποσυρθεί το νομοσχέδιο. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης είπε ότι η αποδόμηση του νομοσχεδίου έχει ξεκινήσει από την συζήτησή του στην Επιτροπή και αυτή θα γίνει στην Ολομέλεια. Υποστήριξε ότι για το νομοσχέδιο αυτό υπάρχει «ένα αξιακό πρόβλημα καθώς η κυβέρνηση δια των υπουργών της προσπαθεί να εντοπίσει την μοναδική ευθύνη σε όσα αφορούν τα Προγράμματα Κατάρτισης στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ κ. Παναγόπουλο. Αλλά, υπάρχει και ένα ακόμα επίθετο που δεν συζητάμε στη δημόσια σφαίρα της παρ’ ολίγου ισόβιας γενικής γραμματέως του υπουργείου Εργασίας της κ. Στρατινάκης, που ο σύζυγός της ελέγχεται ακριβώς για την διαχείριση εθνικών και κοινοτικών Προγραμμάτων» και πρόσθεσε ότι «είναι βαθύτατα πολιτικό, δεοντολογικό, αξιακό αλλά και σε σχέση με την διαφάνεια να υπάρξει τουλάχιστον μια απάντηση από την κ. Κεραμέως για το εάν νομιμοποιείται αυτή η υπογραφή της Κοινωνικής Συμφωνίας από κοινωνικούς εταίρους, αφενός από ένα πρόσωπο που ελέγχεται αλλά και με έναν φορέα που είναι εμφανώς – θα το αποδείξει και στην ποινική του διάσταση η Δικαιοσύνη- εμπλεκόμενο σε θέμα διαπλοκής. Αυτό τορπιλίζει το νομοσχέδιο και την διαδικασία με την οποία προέκυψε και θα πρέπει να ακολουθήσουμε βήματα λογικής». «το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη και αυτό ισχύει για όλα τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως από την αριστερά έως την άκρα δεξιά», σχολίασε από την πλευρά του ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Μακάριος Λαζαρίδης, συμπληρώνοντας ότι «από τις τοποθετήσεις των κοινοβουλευτικών τους εκπροσώπων αισθάνθηκα σαν να μην υπάρχει ένα νομοσχέδιο όπου η κυβέρνηση κατάφερε για πρώτη φορά να επιτευχθεί η Συμφωνία με όλους τους κοινωνικούς εταίρους». «Αντί να συζητάμε για κάτι που έρχεται και ενισχύει τις ΣΣΕ, που καταργεί την μερική μετενέργεια επαναφέροντας το προ-μνημονιακό καθεστώς της πλήρους μετενέργειας, συζητάμε για άλλα θέματα, που προφανώς είναι υπαρκτά και θα τα αξιολογήσει η Δικαιοσύνη», πρόσθεσε ο κ. Λαζαρίδης, αλλά «όποιο κόμμα σήμερα καταψηφίσει αυτό το νομοσχέδιο, στην ουσία καταψηφίζει την Συμφωνία και τις θέσεις όλων των κοινωνικών εταίρων, δηλαδή όλοι σας είστε απέναντι τον έλληνα εργαζόμενο». Παρεμβαίνοντας, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωή Κωνσταντοπούλου αποκάλεσε κηφήνες του βουλευτές της ΝΔ -«θα συνιστούσα -είπε- στους κηφήνες που κάθονται στα έδρανα βουλευτών της ΝΔ όταν απευθύνονται σε εργαζομένους ανθρώπους να είναι προσεκτικοί…», χαρακτηρισμός που πυροδότησε μεγάλη ένταση στη Βουλή και σειρά αντεγκλήσεων με τους παριστάμενους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Παρά την έκκληση απο τον προεδρεύοντα αντιπρόεδρο της Βουλής, Γιάννη Πλακιωτάκη να ανακαλέσει, η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν το έπραξε. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
