Γιούργκεν Χάμπερμας: Η αποκάλυψη των σχέσεων του Χάιντεγκερ με τους Ναζί και ο δάσκαλος-αντάρτης του ΕΛΑΣ

Γιούργκεν Χάμπερμας: Η αποκάλυψη των σχέσεων του Χάιντεγκερ με τους Ναζί και ο δάσκαλος-αντάρτης του ΕΛΑΣ

Το 1953, ένας νεαρός Γερμανός δημοσιογράφος προκάλεσε σάλο επιτιθέμενος στον μεγαλύτερο εν ζωή φιλόσοφο της χώρας, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, με ένα άρθρο στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Ο Χάιντεγκερ μόλις είχε δημοσιεύσει μερικές διαλέξεις από τη δεκαετία του 1930, μαζί με τα ατόφια σχόλιά του για την «εσωτερική αλήθεια και το μεγαλείο» του Εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος. Αυτό που ήταν τόσο σοκαριστικό, ανέφερε το άρθρο, δεν ήταν τόσο η υποστήριξη του Χάιντεγκερ προς το ναζιστικό καθεστώς εκείνη την εποχή, όσο η αδυναμία του να αρθρώσει έστω και μια λέξη μεταμέλειας για όλες τις φρικαλεότητες που είχε διαπράξει. Ο νεαρός άνδρας που τόλμησε να εκφράσει την «απίστευτη αγανάκτησή» του με αυτόν τον τρόπο ήταν ο Γιούργκεν Χάμπερμας. Η ευθύτητά του, η δέσμευσή του να παλέψει για μια δημοκρατική Γερμανία και η αποφασιστικότητά του να μην αφήσει τους συμπολίτες του να ξεχάσουν το παρελθόν έμελλε να γίνουν μόνιμα χαρακτηριστικά της ζωής και της σκέψης του. Ο Χάμπερμας ήταν ο κορυφαίος φιλόσοφος και κοινωνικός θεωρητικός της μεταπολεμικής Γερμανίας. Με ισχυρή παρουσία στην πνευματική και πολιτική ζωή της πατρίδας του για περισσότερα από 60 χρόνια, ήταν επίσης γνωστός σε όλο τον κόσμο. Τα πολλά βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες. Το εγχείρημά του ήταν μοναδικό: τίποτα λιγότερο από μια ολοκληρωμένη θεωρία της σύγχρονης κοινωνίας και της υποκείμενης δυναμικής της, που καλύπτει κάθε σφαίρα, από την πολιτική και το δίκαιο, έως την επιστήμη, τον πολιτισμό και τη θρησκεία. Ως πρωτοπόρος της δεύτερης γενιάς της Σχολής Κοινωνικής Θεωρίας της Φρανκφούρτης, στόχος του ήταν μια κριτική αξιολόγηση των επιτευγμάτων και των αποτυχιών του σύγχρονου κόσμου. Λίγοι σύγχρονοι στοχαστές θα μπορούσαν να φτάσουν το εύρος της προσπάθειάς του ή το βάθος του ηθικού πάθους που την οδήγησε. Η ρήξη με τον Χόρκχάιμερ και η αναζήτηση ακαδημαϊκής «στέγης» Φυσικά, τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν ήταν καν υποσχόμενα την εποχή που γεννιέται ο Χάμπερμας στο Ντίσελντορφ το 1929, στην παρηκμασμένη και οσονούπω νεκρή Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ο πατέρας του, Δρ. Ερνστ Χάμπερμας, ήταν διευθυντής του τοπικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου. Η οικογένειά του δεν ήταν ενεργά φιλοναζί πριν από το 1933, αλλά όπως τα περισσότερα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης, προσαρμόστηκε στο καθεστώς του Χίτλερ. Ο Χάμπερμας εκπαιδεύτηκε ως ιατρικός βοηθός πρώτων βοηθειών και τον Αύγουστο του 1944 στάλθηκε στη Γραμμή Ζίγκφριντ, σε ρόλο μη μάχιμης υποστήριξης. Η επιστολή κλήσης του για τη Βέρμαχτ ήρθε τον Φεβρουάριο του 1945, αλλά ευτυχώς δεν ήταν στο σπίτι τη νύχτα που η στρατιωτική αστυνομία χτύπησε την πόρτα. Μερικές εβδομάδες αργότερα η ναζιστική Γερμανία θα συνθηκολογούσε άνευ όρων. Μετά τον πόλεμο, ο Χάμπερμας ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο γυμνάσιο του Γκούμερσμπαχ. Από το 1949 έως το 1954 σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, ψυχολογία, λογοτεχνία και οικονομικά στα πανεπιστήμια του Γκέτινγκεν, της Ζυρίχης και της Βόννης. Κέρδιζε τα προς το ζην στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος, γράφοντας κριτικές βιβλίων, κινηματογράφου και θεάτρου – ήταν παθιασμένος με το σύγχρονο θέατρο – και άρθρα για κοινωνικά προβλήματα. Το 1956, ο Χάμπερμας προσκλήθηκε από τον Τέοντορ Αντόρνο, ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί από κάποια από τα δημοσιογραφικά του κείμενα, να γίνει βοηθός του στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών στη Φρανκφούρτη. Ο Αντόρνο ήταν ηγετική φυσιογνωμία της πρώτης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης, της ομάδας ριζοσπαστικών κοινωνικών θεωρητικών και φιλοσόφων που είχαν αρχικά συσπειρωθεί γύρω από το ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο ινστιτούτο τη δεκαετία του 1930. Μαζί με τον φίλο του Μαξ Χορκχάιμερ, διευθυντή του ινστιτούτου, ο Αντόρνο είχε αναγκαστεί να εξοριστεί στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εποχής. Αλλά και οι δύο επέστρεψαν στη Φρανκφούρτη μετά τον πόλεμο για να αναβιώσουν την παράδοση της «κριτικής θεωρίας», όπως την ονόμασε ο Χορκχάιμερ. Στο Ινστιτούτο της Φρανκφούρτης, ο Χάμπερμας εργάστηκε σε μια κοινωνιολογική έρευνα για τις πολιτικές στάσεις των φοιτητών, καθώς και δημοσιεύοντας άρθρα για φιλοσοφικά και κοινωνικά ζητήματα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 τάχθηκε υπέρ του Αντόρνο εναντίον του Καρλ Πόπερ και των οπαδών του στην περίφημη «Θετικιστική Διαμάχη» σχετικά με τις μεθόδους της κοινωνικής επιστήμης. Αλλά σύντομα έγινε σαφές ότι οι βασικές θεωρητικές και πολιτικές του διαισθήσεις αποκλίνουν σημαντικά από εκείνες του μέντορά του. Το 1958, ο Χάμπερμας έφυγε από τη Φρανκφούρτη για το Μάρμπουργκ, κυρίως λόγω πολιτικών και προσωπικών εντάσεων με τον Χορκχάιμερ, ο οποίος τον θεωρούσε «φανατικό αριστερό». Ο παραγκωνισμένος μαρξιστής Άμπεντροθ Αυτός ήταν και ο λόγος που επικαλέστηκε ο Χορκχάιμερ αρνούμενος να επιβλέψει τη διατριβή του Χάμπερμας. Ο ακαδημαϊκά «άστεγος» νεαρός φιλόσοφος βρίσκει φιλόξενη θεωρητική «στέγη» στον Βόλφγκανγκ Άμπεντροθ, εξίσου παραγκωνισμένος ακαδημαϊκά εξαιτίας της μαρξιστικής συνέπειάς του. Υπό την καθοδήγηση του Άμπεντροθ ο Χάμπερμας παρήγαγε αυτό που έγινε ένα κλασικό κείμενο της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής θεωρίας με τον τίτλο « Ο Δομικός Μετασχηματισμός της Δημόσιας Σφαίρας: Μια Έρευνα για μια Κατηγορία της Αστικής Κοινωνίας» . Το αφιέρωσε στον Άμπεντροθ με τη φράση «στον Βόλφγκανγκ Άμπεντροθ σε ένδειξη ευγνωμοσύνης». Και εδώ εντοπίζεται το ελληνικό ενδιαφέρον στην φιλοσοφική περιπέτεια του Χάμπερμας. Ο Άμπεντροθ είχε υποστεί ακαδημαϊκή απομόνωση, όχι μόνο επειδή ήταν μαρξιστής, αλλά επειδή ήταν ένας από τους πολλούς αντιφασίστες στρατιώτες της ναζιστικής Βέρμαχτ που με την πρώτη ευκαιρία αυτομόλησε και πέρασε στην αντίσταση των κατακτημένων χωρών. Εν προκειμένω, της Ελλάδας. Αντάρτης του ΕΛΑΣ Ο Άμπεντροθ γεννήθηκε στο Έλμπερφελντ το 1906 και μεγάλωσε σε οικογένεια Σοσιαλδημοκρατών . Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Εντάχθηκε στην Ένωση Νέων Κομμουνιστών Γερμανίας (KJVD) σε ηλικία 14 ετών και μετά έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, μέχρι το 1928, οπότε διαγράφηκε εξαιτίας της θέσης του για συγκρότηση μετώπου με τους Σοσιαλδημοκράτες. Το 1933, έχασε τη δουλειά του ως νεαρός δικηγόρος για πολιτικούς λόγους αλλά συνέχισε να παρέχει νομικές συμβουλές σε πολλούς αντιναζιστές, προοδευτικούς ανθρώπους. Μετά την πρώτη του σύλληψή, ο Άμπεντροθ μετανάστευσε στην Ελβετία , όπου απέκτησε το διδακτορικό του. Αφού εργάστηκε ως αγγελιοφόρος για κάποιο διάστημα, αποφάσισε να επιστρέψει στο Βερολίνο το 1935. Εκεί, ήταν ενεργό μέλος της αντίστασης μέχρι που φυλακίστηκε για αρκετά χρόνια το 1937. Το 1943, με τη λειψανδρία να αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα του ναζιστικού στρατού, ο Χίτλερ επιστράτευσε βίαια τους χιλιάδες άνδρες που αρχικά δεν τους δεχόταν ως στρατεύσιμους, για πολιτικούς λόγους. Δημιουργείται η 999 Πειθαρχική Μεραρχία επανδρωμένη με τους «ανεπιθύμητους» αντιφασίστες, κομμουνιστές κλπ. Τον Φεβρουάριο του 1943 ο Άμπεντροθ στέλνεται με την Μεραρχία στην κατεχόμενη Ελλάδα. Σε ένα από τα βιβλία του ο Άμπεντροθ περιγράφει την εμπειρία του στην κατεχόμενη από τη Γερμανία Ελλάδα . Αρχικά είχε τοποθετηθεί στο στη Λήμνο , όπου βοήθησε στη δημιουργία ενός αντιφασιστικού πυρήνα μεταξύ των στρατιωτών των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στο νησί. Σύμφωνα με τον Άμπεντροθ, αυτός ο αντιφασιστικός πυρήνας εμπόδισε την καταστροφή της μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της Λήμνου , την οποία σχεδίαζαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής στο πλαίσιο της υποχώρησής τους το 1944. Κατά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Άμπεντροθ και πέντε άλλοι Γερμανοί στρατιώτες αυτομόλησαν στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ). Στη συνέχεια, η ομάδα των Γερμανών αντιφασιστών στάλθηκε στη Λέσβο όπου έδρασε προπαγανδιστικά στις γερμανικές δυνάμεις κατοχής στο νησί. Τελικά, ο Άμπεντροθ φυλακίστηκε από τους Βρετανούς το 1944 και, μαζί με άλλους Γερμανούς αντιφασίστες, κρατήθηκε σε διάφορα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αίγυπτο. Σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην αιγυπτιακή έρημο, ξεκίνησε πολιτική εκπαίδευση με τον δικηγόρο εργατικών διαφορών Χέρμπερτ Κομ με σκοπό την εκπαίδευση στελεχών και την προετοιμασία τους για διοικητική εργασία που θα ακολουθούσε την ήττα του ναζιστικού καθεστώτος. Αργότερα, ο Άμπεντροθ μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο επανεκπαίδευσης του Κέντρου Εκπαίδευσης Γουίλτον Παρκ στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου «αιχμάλωτοι πολέμου που φαινόταν κατάλληλοι προετοιμάζονταν για την επιστροφή τους στη Γερμανία για να βοηθήσουν στην οικοδόμηση της δημοκρατίας». Στα τέλη Νοεμβρίου 1946, ο Άμπεντροθ απελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία του και την ίδια περίοδο εντάχθηκε στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD ). *Κύριες πηγές: The Times, wikipedia