Μια πιο επιθετική δημοσιονομική και χρηματοδοτική στρατηγική προβάλλει ως βασική προϋπόθεση για τις επόμενες αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας, με στόχο να αλλάξει πιο μόνιμα η θέση της χώρας στις αγορές και να πάψει να θεωρείται ο πρώτος αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης μέσα στη νέα διεθνή αναταραχή.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές του οικονομικού επιτελείου, στο κέντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται το χρέος, καθώς η βασική επιδίωξη είναι η Ελλάδα να περάσει κάτω από την Ιταλία σε όρους χρέους προς ΑΕΠ. Η Ελλάδα τοποθετείται στο 138,2% του ΑΕΠ, ενώ η Ιταλία στο 137,5%, με το οικονομικό επιτελείο να επιδιώκει να καλύψει αυτή τη μικρή απόσταση και να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα στις αγορές. Αν συμβεί αυτό, η ελληνική οικονομία θα πάψει να εμφανίζεται ως η πιο υπερχρεωμένη της ευρωζώνης, κάτι που θεωρείται κομβικό για την επόμενη φάση των αξιολογήσεων, ξεκινώντας από τη Standard & Poor’s στις 24.04.2026 ενώ μετά ακολουθεί η Fitch στις 08.05.2026.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το δεύτερο μεγάλο όπλο είναι τα διαθέσιμα. Οι ίδιες πηγές περιγράφουν ως αφετηρία ένα συνολικό απόθεμα κοντά στα 39,6 δισ. ευρώ, που δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να κινείται χωρίς άμεση πίεση χρηματοδότησης. Παράλληλα, οι καθαρές χρηματοδοτικές ανάγκες τοποθετούνται περίπου στα 5,3 δισ. ευρώ, ενισχύοντας την εικόνα ότι η χώρα δεν βγαίνει στις αγορές για να καλύψει τρύπες, αλλά για να υπηρετήσει έναν ευρύτερο σχεδιασμό διαχείρισης χρέους.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η στρατηγική δανεισμού για φέτος. Το αρχικό σκεπτικό ήταν έξοδος στις αγορές για περίπου 8 δισ. ευρώ, παρότι οι καθαρές ανάγκες είναι χαμηλότερες. Ωστόσο, ο σχεδιασμός μπορεί να κινηθεί πιο κοντά στα 7 δισ. ευρώ, ενώ έχουν ήδη αντληθεί περίπου 4,3 δισ. ευρώ. Όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, αυτό που θέλει η Ελλάδα είναι να έχει σταθερή παρουσία, να μη λείψει έναν ολόκληρο χρόνο από τις αγορές και να χτίζει αξιοπιστία. Γι’ αυτό και παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας εξόδου τον Ιούλιο ή τον Σεπτέμβριο, αν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Το κλειδί των πρόωρων αποπληρωμών χρέους
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι πρόωρες αποπληρωμές. Πηγές του οικονομικού επιτελείου τονίζουν ότι, αν αντληθούν πρόσθετα κεφάλαια, θα γίνουν και άλλες προεξοφλήσεις παλαιότερων υποχρεώσεων πριν από τη λήξη τους. Αυτή η τακτική θεωρείται κρίσιμη για δύο λόγους. Πρώτον, μειώνει το χρέος πιο γρήγορα. Δεύτερον, ενισχύει το brand name της χώρας, δηλαδή την εικόνα μιας οικονομίας που μέσα σε δύσκολο περιβάλλον επιστρέφει χρήματα και βελτιώνει το προφίλ της, αντί να συσσωρεύει νέες αδυναμίες.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Κρίσιμο ρόλο παίζει και η σύνθεση των διαθεσίμων. Από τα περίπου 40 δισ. ευρώ, τα 5,4 δισ. ευρώ αφορούν το λεγόμενο cash buffer account, ενώ πριν από δυόμισι χρόνια το αντίστοιχο ποσό ήταν 15,7 δισ. ευρώ. Η μείωση αυτή δεν εμφανίζεται ως πρόβλημα, αλλά ως μέρος της στρατηγικής, καθώς τα κεφάλαια αυτά δεν «κάηκαν» σε τρέχουσες ανάγκες, αλλά χρησιμοποιήθηκαν για συστηματική μείωση χρέους. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν μάλιστα ότι, αν στο τέλος της χρονιάς μείνουν συνολικά 27 με 28 δισ. ευρώ διαθέσιμα, αυτή η θέση θα είναι, σε όρους ποιότητας και ασφάλειας, σαν να είχε η χώρα 42 με 43 δισ. ευρώ πριν από τρία χρόνια.
Ανάπτυξη και πρωτογενή πλεονάσματα
Εν μέσω κινδύνων επιβράδυνσης λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, βαρύτητα αποκτούν και οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας. Εκτιμάται ότι ο στόχος για πρωτογενές αποτέλεσμα 3,8% του ΑΕΠ το 2025 μπορεί να κλείσει τελικά κοντά στο 5%, οδηγώντας σε carry over 1% έως 1,2% του ΑΕΠ για την επόμενη χρονιά, δηλαδή περίπου 2,5 δισ. ευρώ. Πέρα από αυτό, καταγράφονται επιπλέον δημοσιονομικά περιθώρια περίπου 1 δισ. ευρώ από το αποθεματικό φυσικών καταστροφών και άλλο περίπου 1 δισ. ευρώ από τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται συνολικό buffer 4 με 4,5 δισ. ευρώ. Αυτό, σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, δείχνει ότι η χώρα έχει πραγματικό χώρο άμυνας.
Σε ό,τι αφορά τις αποδόσεις που συναντά η Ελλάδα στις αγορές χρέους, οι ίδιες πηγές λένε καθαρά ότι δεν μετρά τόσο το απόλυτο επίπεδο των επιτοκίων, όσο το spread, δηλαδή το πραγματικό κόστος κινδύνου της χώρας. Το επίπεδο των επιτοκίων έχει σε έναν βαθμό καλυφθεί μέσω swap rates. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική της Ελλάδας δεν είναι απλώς να δανείζεται λίγο φθηνότερα, αλλά να αποτιμάται συνολικά ως λιγότερο επικίνδυνη χώρα. Για τις αναβαθμίσεις, αυτό ίσως είναι το πιο ουσιαστικό σημείο, γιατί εκεί κρίνεται η σταθερή αλλαγή κατηγορίας κινδύνου.
Άλλωστε, και η στάση των οίκων αξιολόγησης, όπως τη διαβάζουν στο οικονομικό επιτελείο και ειδικά από τη γραμμή της DBRS, συγκλίνει σε αυτό το σημείο. Για να προχωρήσουν οι επόμενες κινήσεις, θέλουν να δουν το χρέος να μειώνεται με τους ρυθμούς που ήδη έχουν περιγραφεί ή και ταχύτερα. Το βάρος, δηλαδή, πέφτει στην ενεργητική διαχείριση των υποχρεώσεων και στην αλλαγή της σχετικής θέσης της Ελλάδας μέσα στην ευρωζώνη.
