Επτά εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η πλειοψηφία των Αμερικανών ψηφοφόρων εκφράζει αμφιβολίες για τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ , με πολλούς να θεωρούν ότι δεν υπάρχει σαφές σχέδιο και ότι οι στόχοι της εμπλοκής δεν επιτυγχάνονται. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση της POLITICO, η στήριξη στις στρατιωτικές επιχειρήσεις παραμένει χαμηλή, καθώς μόλις το 38% των Αμερικανών δηλώνει ότι τις υποστηρίζει. Τα ποσοστά εμφανίζονται σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με τις πρώτες ημέρες μετά τα κοινά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε χρόνο να παρουσιάσει τη θέση της. Αμφισβήτηση για τους στόχους της σύγκρουσης Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες θεωρούν ότι ο πόλεμος δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ σημαντικό ποσοστό εκφράζει αβεβαιότητα για το αν ο πρόεδρος έχει σαφείς στόχους, ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων που τον στήριξαν στις εκλογές του 2024. Σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση εκτιμούν ότι ο Τραμπ έχει δώσει υπερβολική έμφαση στα διεθνή ζητήματα εις βάρος της εσωτερικής πολιτικής, με το 29% των ίδιων των ψηφοφόρων του να συμμερίζεται αυτή την άποψη. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ο πρόεδρος δεν έχει καταφέρει να πείσει την κοινή γνώμη για τη διαχείριση της κρίσης, την ώρα που το ζήτημα επηρεάζει την πολιτική ατζέντα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Πίεση από την οικονομία και τις τιμές Η σύγκρουση με το Ιράν, καθώς και οι επιπτώσεις της στις τιμές καυσίμων και βασικών αγαθών, εντείνουν τις ανησυχίες στους Ρεπουμπλικάνους, οι οποίοι επιχειρούν να επικεντρώσουν την προεκλογική τους στρατηγική στην οικονομία. Ο Ρεπουμπλικανός στρατηγικός αναλυτής Τζέισον Ρόου σημειώνει ότι βασικό πρόβλημα είναι πως ο πόλεμος δεν είχε προετοιμαστεί επικοινωνιακά: «Ο Τραμπ είχε κάνει προεκλογική εκστρατεία εναντίον τέτοιων πολιτικών και άλλαξε στάση απότομα, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να μην είναι προετοιμασμένοι για αυτό». Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το 41% των Αμερικανών θεωρεί ότι ο Τραμπ δεν διαθέτει σχέδιο για την επίλυση της σύγκρουσης, ποσοστό σχεδόν ίδιο με εκείνο του προηγούμενου μήνα. Μόλις το 15% πιστεύει ότι έχει ήδη πετύχει τους στόχους του, ενώ περίπου 4 στους 10 εκτιμούν ότι είτε δεν θα τους πετύχει ποτέ είτε δεν υπάρχουν σαφείς στόχοι. Στήριξη με επιφυλάξεις από τους ψηφοφόρους του Παρά τις αμφιβολίες, ο Τραμπ διατηρεί σημαντική στήριξη από τη βάση του. Ωστόσο, πάνω από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων του θεωρεί ότι δεν υπάρχει σαφές σχέδιο, αν και αρκετοί πιστεύουν ότι τελικά οι ενέργειές του θα οδηγήσουν σε λύση. Το 45% των υποστηρικτών του εκτιμά ότι δεν έχει ακόμη επιτύχει τους στόχους του, αλλά αναμένει ότι αυτό θα συμβεί στο μέλλον, γεγονός που δείχνει εμπιστοσύνη αλλά και επίγνωση ότι η σύγκρουση μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από το αρχικά προβλεπόμενο διάστημα. Αντικρουόμενα μηνύματα από τον Λευκό Οίκο Ο πρόεδρος εμφανίζεται να δίνει διαφορετικά μηνύματα για την πορεία του πολέμου, δηλώνοντας πρόσφατα ότι η σύγκρουση μπορεί να ολοκληρωθεί σύντομα, εφόσον υπάρξει συμφωνία. Παράλληλα, έχει τοποθετηθεί αντιφατικά για τις τιμές ενέργειας, εκτιμώντας αρχικά ότι μπορεί να αυξηθούν ελαφρώς και στη συνέχεια ότι θα μειωθούν πριν από τις εκλογές. Η Ουάσινγκτον συνεχίζει να ασκεί πίεση στην Τεχεράνη, μεταξύ άλλων με αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, κίνηση που ενδέχεται να επηρεάσει περαιτέρω τις τιμές καυσίμων. Αβέβαιο το μέλλον των διαπραγματεύσεων Το μέλλον των διαπραγματεύσεων παραμένει ασαφές, καθώς οι συνομιλίες για ειρηνευτική συμφωνία δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Παράλληλα, υπάρχουν εκτιμήσεις ότι ενδέχεται να υπάρξουν νέες επαφές, αν και διπλωματικές πηγές εκφράζουν επιφυλάξεις. Την ίδια στιγμή, η επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ για εμπορική ναυσιπλοΐα οδήγησε σε πτώση των τιμών του πετρελαίου, δείχνοντας πόσο άμεσα συνδέεται η εξέλιξη της σύγκρουσης με την παγκόσμια οικονομία. Πρόκληση και σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας Η διαχείριση του πολέμου φαίνεται να αποτελεί όχι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής αλλά και επικοινωνιακή πρόκληση για τους Ρεπουμπλικάνους. Όπως σημειώνει ο Τζέισον Ρόου, το βασικό πρόβλημα είναι οι συνεχείς προβλέψεις για άμεσο τέλος της σύγκρουσης: «Κάθε μέρα ακούμε ότι θα τελειώσει αύριο, και πλέον έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες». Η παρατεταμένη διάρκεια της σύγκρουσης ενισχύει την αβεβαιότητα, με την αμερικανική κοινή γνώμη να παραμένει επιφυλακτική τόσο για τους στόχους όσο και για την τελική έκβαση του πολέμου.
