«Η τεχνητή νοημοσύνη και η καινοτομία μπορούν να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης, αλλά μόνο εφόσον συνοδευτούν από τις κατάλληλες πολιτικές, επενδύσεις και -κυρίως- εκπαίδευση», υπογράμμισε μεταξύ άλλων, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας σήμερα (22.4.2026) στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών 2026.
Όπως είπε ο Γιάννης Στουρνάρας η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα προόδου τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και βελτιώνοντας τα δημόσια οικονομικά της. Η επόμενη πρόκληση είναι να διατηρήσει αυτή τη δυναμική, με επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, τεχνολογία και μεταρρυθμίσεις.
Η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Μετά την κρίση, κατά την οποία το παραγωγικό κεφάλαιο συρρικνώθηκε σημαντικά, οι επενδύσεις είχαν υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 2019 διαμορφώνονταν περίπου στο 11% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα έχουν ανέλθει στο 18%. Ωστόσο, παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που βρίσκεται κοντά στο 22%. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη βελτίωση, υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο ενίσχυσης της επενδυτικής δραστηριότητας.
Δεύτερον, οι μεταρρυθμίσεις. Παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχουν γίνει στις αγορές εργασίας και προϊόντων κατά τη διάρκεια της κρίσης, εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες. Η αποτελεσματικότητα της οικονομίας επηρεάζεται από διαρθρωτικά προβλήματα, όπως οι δυσλειτουργίες στην αγορά εργασίας, οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη και το χάσμα μεταξύ των δεξιοτήτων που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα και αυτών που ζητά η αγορά. Επιπλέον, το δημογραφικό ζήτημα αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση και η τεχνολογία αποκτούν καθοριστικό ρόλο. Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη· αποτελεί εργαλείο που μπορεί να συμβάλει στην επίλυση πολλών από τα παραπάνω προβλήματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενσωματωθεί σωστά στην οικονομία και την κοινωνία. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο η ανάπτυξη των τεχνολογιών, αλλά κυρίως η αξιοποίησή τους στην πράξη.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι χώρες που επενδύουν συνδυαστικά σε τεχνολογία, δεξιότητες και εφαρμογές -όπως η Νορβηγία, η Ιρλανδία και η Γαλλία- καταφέρνουν να μεγιστοποιούν τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης. Επενδύουν σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, ενσωματώνουν την τεχνολογία στην παραγωγή και τις υπηρεσίες και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού.
Για την Ελλάδα, οι προοπτικές είναι θετικές. Οι νέοι ηλικίας 19-24 ετών καταγράφουν από τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης τεχνητής νοημοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για το μέλλον. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, όπως του ΔΝΤ, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να προσθέσει έως και 0,8%-1% ετησίως στο ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, εφόσον αξιοποιηθεί αποτελεσματικά.
Ωστόσο, όπως ανέφερε ο Philippe Rogge, Worldwide Public Sector & Sovereignty Leader της Microsoft η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνολογική. Είναι κυρίως ζήτημα εφαρμογής. Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν προκύπτει αυτόματα από την ύπαρξη τεχνολογίας, αλλά από τη χρήση της στην καθημερινή εργασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σωστή αξιοποίηση της AI μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα εργαζομένων έως και 30%.
Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να γίνει με τρόπο που να ενισχύει την εργασία και όχι να την υποκαθιστά. Εάν χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά προς τον άνθρωπο, μπορεί να οδηγήσει σε ένα νέο κύμα ανάπτυξης και ευημερίας. Αντίθετα, εάν λειτουργήσει αποκλειστικά υποκαθιστώντας την εργασία, ενδέχεται να δημιουργήσει κοινωνικές ανισότητες.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση διαδραματίζει το κράτος. Οι επιτυχημένες χώρες είναι εκείνες που αξιοποιούν την τεχνολογία ως ευκαιρία για ευρύτερο μετασχηματισμό: βελτιώνουν τη λειτουργία του δημόσιου τομέα, ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και δημιουργούν ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για επενδύσεις.
