Την έννοια και τη σημασία του λεγόμενου επιτελικού κράτους και την εφαρμογή του από την ελληνική κυβέρνηση αναλύει ο Μιχάλης Σάλλας σε άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής» με τίτλο «Επιτελικό κράτος, αλλά με ποιο επιτελείο;». Καταρχάς, ο πρόεδρος του Lyktos Group και επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς σημειώνει ότι το επιτελικό κράτος θεσπίστηκε το 2019 ως ένα σύστημα κεντρικής διακυβέρνησης που ενισχύει τον ρόλο της Προεδρίας της Κυβέρνησης και του πρωθυπουργικού γραφείου ως κέντρου συντονισμού και στρατηγικού σχεδιασμού. «Η βασική του αρχή είναι ότι η πολιτική εξουσία δεν διαχέεται ανεξέλεγκτα στα υπουργεία, αλλά οργανώνεται γύρω από έναν πυρήνα που σχεδιάζει, παρακολουθεί και αξιολογεί τις δημόσιες πολιτικές» γράφει, τονίζοντας ότι στη θεωρητική του εκδοχή «προϋποθέτει υψηλό επίπεδο τεχνοκρατικής επάρκειας, εμπειρίας και θεσμικής γνώσης». Ωστόσο, στην πράξη, το ελληνικό μοντέλο εμφανίζει σημαντικές αποκλίσεις από αυτή την απαίτηση, συνοψίζει ο Μιχάλης Σάλλας, και εξηγεί: «Η βασική κριτική που διατυπώνεται […] είναι ότι η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο πρωθυπουργικό επιτελείο δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από αντίστοιχη προσήλωση σε σχεδιασμό, συντονισμό και αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας» – σε αντίθεση με ώριμα ευρωπαϊκά συστήματα, που συγκροτούν σοβαρούς επιτελικούς πυρήνες στο ανώτατο επίπεδο εξουσίας. Ενδεικτικά αναφέρει τα παραδείγματα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, καταλήγοντας ότι το βασικό έλλειμμα του ελληνικού επιτελικού κράτους δεν είναι η ιδέα του κεντρικού συντονισμού, αλλά η απουσία θεσμοποιημένων κριτηρίων επιλογής και εξέλιξης στελεχών: «Το επιτελικό επίπεδο απαιτεί ανθρώπους που δεν είναι απλώς πολιτικά έμπιστοι, αλλά διαθέτουν συνδυασμό γνώσης, εμπειρίας και ικανότητας σύνθεσης. Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, η συγκέντρωση εξουσίας οδηγεί σε διοικητική αδυναμία αντί για αποτελεσματικότητα». Για να λειτουργήσει μια ομάδα πραγματικά επιτελικά για το κράτος, απαιτούνται συγκεκριμένα προσόντα ανά τομέα, π.χ. αυτός που καλείται να συντονίσει και να υποστηρίζει τον αγροτικό τομέα χρειάζεται βαθιά γνώση αγροτικής οικονομίας, κατανόηση της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής, εμπειρία σε ζητήματα παραγωγικότητας και βιωσιμότητας και ικανότητα σχεδιασμού εφοδιαστικών αλυσίδων, επισημαίνει ο αρθρογράφος. Επίσης, «ένα στέλεχος πρέπει να μπορεί να συνδέσει την αγροτική πολιτική με το εμπόριο, την ενέργεια με τη βιομηχανία, την άμυνα με την εξωτερική πολιτική και την οικονομία με την κοινωνική συνοχή. Αυτή η ικανότητα σύνθεσης είναι που διαφοροποιεί τον διαχειριστή από τον επιτελικό και επιτρέπει τη χάραξη ολοκληρωμένης στρατηγικής». Συμπερασματικά, η επιτυχία του επιτελικού κράτους, εξαρτάται αποκλειστικά από την ποιότητα των ανθρώπων που το στελεχώνουν. Χωρίς αυστηρά κριτήρια επιλογής, συνεχή αξιολόγηση και θεσμική μνήμη, το επιτελικό κράτος κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο συντονισμού σε μηχανισμό συγκέντρωσης εξουσίας χωρίς αποτελεσματικότητα, συμπεραίνει ο κ. Σάλλας. Σε αυτό το πλαίσιο, «μια στοιχειώδης πράξη θεσμικής διαφάνειας θα ήταν η πλήρης δημοσιοποίηση των αναλυτικών βιογραφικών των μελών του επιτελικού κράτους καθώς και των συγκεκριμένων τομέων στους οποίους έχουν διακριθεί επαγγελματικά, επιστημονικά και διοικητικά», καταλήγει, επισημαίνοντας ότι «με τις ενδείξεις να συγκλίνουν προς μια παρατεταμένη περίοδο στασιμοπληθωρισμού, το επιτελικό κράτος οφείλει να προετοιμαστεί κατάλληλα, σε υποδομή και στελέχη με αποδεδειγμένη γνώση και εμπειρία». Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
