TEFAF Νέας Υόρκης: Στρείδια, ροζ σαμπάνια και δισεκατομμύρια στην αγορά τέχνης

TEFAF Νέας Υόρκης: Στρείδια, ροζ σαμπάνια και δισεκατομμύρια στην αγορά τέχνης

Στο εσωτερικό του Park Avenue Armory στο Μανχάταν η ατμόσφαιρα έμοιαζε λιγότερο με παραδοσιακή έκθεση τέχνης και περισσότερο με τελετουργία ισχύος της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ. Συλλέκτες, σύμβουλοι τέχνης, κληρονόμοι μεγάλων περιουσιών και δισεκατομμυριούχοι με Birkin τσάντες στα χέρια περίμεναν υπομονετικά στην ουρά για την VIP προεπισκόπηση της TEFAF, της κορυφαίας διεθνούς φουάρ τέχνης και αντικών, που κάθε χρόνο μεταφέρει για λίγες ημέρες το κέντρο βάρους της αγοράς τέχνης από το Μάαστριχτ στη Νέα Υόρκη. Η σκηνή θύμιζε, σχεδόν σουρεαλιστικά, μια υπερπολυτελή εκδοχή τηλεπαιχνιδιού μαζικής κατανάλωσης: μόλις άνοιγαν οι πύλες ασφαλείας, οι επισκέπτες ξεχύνονταν στους ανθοστόλιστους διαδρόμους αναζητώντας έργα εκατομμυρίων δολαρίων, αντί για προϊόντα σούπερ μάρκετ. Η φετινή διοργάνωση, ωστόσο, είχε έναν ακόμη πιο έντονο παλμό. Η ανάκαμψη των χρηματαγορών, η διάθεση για επίδειξη πλούτου, αλλά και οι δίσκοι με δωρεάν ροζέ σαμπάνια που κυκλοφορούσαν αδιάκοπα στον χώρο, συνέβαλαν σε μια αίσθηση οικονομικής ευφορίας που έμοιαζε αποκομμένη από τις γεωπολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις της εποχής. Πόλεμοι, πληθωρισμός, ενεργειακές κρίσεις ή πολιτική στασιμότητα έδειχναν να μην αγγίζουν ιδιαίτερα το κοινό που περιδιάβαινε τις αίθουσες των 55.000 τετραγωνικών ποδιών (5.109 τ.μ). Η συντάκτρια design του περιοδικού New York, Γουέντι Γκούντμαν, συνόψισε το κλίμα με πέντε επαναλήψεις της ίδιας λέξης: «Χρήμα, χρήμα, χρήμα, χρήμα, χρήμα» . Γύρω της αντηχούσαν συνομιλίες στα γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά, μαζί με τις διαφορετικές εκδοχές της αγγλικής γλώσσας που συνοδεύουν το διεθνές jet set. Η TEFAF λειτουργεί ταυτόχρονα ως βιτρίνα πολιτισμού και ως βαρόμετρο της αγοράς τέχνης. Οι μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών, όπως οι Christie’s, Sotheby’s και Phillips, ετοιμάζονταν να διαθέσουν μέσα στην εβδομάδα έργα συνολικής αξίας άνω των 2,6 δισ. δολαρίων. Στη λίστα περιλαμβάνονταν κομμάτια από τις συλλογές του εκδοτικού μεγιστάνα S.I. Newhouse, της φιλάνθρωπου Agnes Gund και των εμπόρων τέχνης Marian Goodman και Robert Mnuchin — μια σπάνια συγκυρία που επανέφερε δυναμισμό σε μια αγορά η οποία μέχρι πρόσφατα εμφάνιζε σημάδια κόπωσης. Έντεκα έργα εκτιμάται ότι μπορούν να ξεπεράσουν μεμονωμένα τα 50 εκατ. δολάρια. Μέσα σε αυτή την επίδειξη πλούτου, η έμπορος τέχνης Ζαν Γκρίνμπεργκ Ρόχατιν διατύπωσε μια πιο σκοτεινή παρατήρηση για τη μετατόπιση των κοινωνικών αξιών, μιλώντας στους Times της Νέας Υόρκης. Όπως είπε, το σύστημα κοινωνικού κύρους έχει πλέον μετακινηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά προς τον πλούτο, εις βάρος της ίδιας της κουλτούρας. «Κάποτε προνομιούσαμε τον πολιτισμό», σημείωσε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αγορά τέχνης κινδυνεύει να μετατραπεί αποκλειστικά σε χρηματοοικονομικό πεδίο. Και όμως, η TEFAF γνωρίζει καλά ότι η πολυτέλεια δεν περιορίζεται στους πίνακες και τα γλυπτά. Ανάμεσα στα περίπτερα κυκλοφορούσαν σερβιτόροι με δερμάτινες ποδιές, μεταλλικά γάντια και μαχαίρια για στρείδια, ανοίγοντας επιδέξια οστρακοειδή που μετέφεραν σε μεταλλικούς κουβάδες κρεμασμένους στη μέση τους. Η εμπειρία είχε μάλιστα και εμπορική ονομασία: “Oystertainment”, ένας κατοχυρωμένος όρος της εταιρείας catering Red Oyster της Νέας Υόρκης, που συμπύκνωνε ιδανικά την αισθητική της διοργάνωσης, όπου η κατανάλωση γίνεται performance. Λίγο πιο πέρα, στο περίπτερο της Galerie Chastel-Maréchal από το Παρίσι, ο Αλεξάντρ Μαρεχάλ περιέγραψε, μιλώντας στους Times της Νέας Υόρκης, τη βασική διαφορά ανάμεσα στους παλαιούς συλλέκτες και τη νέα γενιά υπερπλουσίων: τους συμβούλους. Οι νέοι δισεκατομμυριούχοι, εξήγησε, αγοράζουν πλέον με στρατηγική επένδυσης, έχοντας γύρω τους ομάδες ειδικών, που αξιολογούν όχι μόνο την αισθητική αξία ενός έργου, αλλά και τη μεταπωλητική του προοπτική σε ορίζοντα λίγων ετών. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αγάπη για την τέχνη έχει εξαφανιστεί. Για τη Σιμόνα Φαντινέλι, σύμβουλο τέχνης με έδρα τη Ζυρίχη, η γοητεία διοργανώσεων όπως η TEFAF παραμένει βαθιά συναισθηματική. Εκείνη παρουσίαζε σε πελάτη της ένα σπάνιο διάτρητο έργο αλουμινίου του ιταλοαργεντινού καλλιτέχνη Lucio Fontana, αξίας άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Όπως υποστήριξε, η εμπειρία του να περιβάλλεται κανείς από αντικείμενα εξαιρετικής ομορφιάς εξακολουθεί να έχει σχεδόν μεταμορφωτική δύναμη. Πίσω από τις επενδύσεις, τις αποτιμήσεις και τα δισεκατομμύρια, η αγορά τέχνης πουλά μία υπόσχεση: ότι η ομορφιά μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως σύμβολο δύναμης, κοινωνικής ταυτότητας και προσωπικής υπέρβασης.