Απάντηση της Κύπρου στην Τουρκία: «Μόνο ένα Κράτος στο νησί»

Απάντηση της Κύπρου στην Τουρκία: «Μόνο ένα Κράτος στο νησί»

Η Κύπρος , όπως έγινε γνωστό το Σάββατο (30/5), κατέθεσε επίσημη επιστολή στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, με ημερομηνία 11 Μαΐου 2026, απαντώντας στην αντίστοιχη επιστολή της Τουρκίας της 16ης Φεβρουαρίου 2026. Συγκεκριμένα, η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη, Μαρία Μιχαήλ, υπενθυμίζει, κατόπιν οδηγιών της κυβέρνησής του, τρία κρίσιμα νομικά σημεία, δηλαδή ότι στην Κύπρο υφίσταται ένα και μόνο κράτος, ότι η λεγόμενη «ΤΔΒΚ» είναι νομικά ανύπαρκτη και ότι οι τουρκικές θαλάσσιες αξιώσεις στερούνται νομικής βάσης. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Μόνο ένα κράτος στην Κύπρο από το 1960 Το πρώτο και θεμελιώδες σημείο της επιστολής αφορά την ύπαρξη αποκλειστικά ενός κράτους στο νησί. Η Κυπριακή Δημοκρατία, από την ίδρυσή της το 1960, αποτελεί τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση και ασκεί κυριαρχία σε ολόκληρη την επικράτειά της. Μάλιστα, η παράνομη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας το 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή τμήματος του κυπριακού εδάφους δεν αλλάζουν την κατάσταση αυτή σε επίπεδο διεθνούς δικαίου. Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει κυρίαρχη σε ολόκληρη την επικράτειά της και διατηρεί αναλλοίωτα όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Ακόμα, η επιστολή υπενθυμίζει παράλληλα τα ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με τα οποία αποδοκιμάστηκε η υποτιθέμενη απόσχιση και η ανακήρυξη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» κρίθηκε νομικά άκυρη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει επανειλημμένα καλέσει όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η «ΤΔΒΚ» στερείται διεθνούς νομικής προσωπικότητας Πάντως, η επιστολή τονίζει ότι η παρανομία της λεγόμενης «ΤΔΒΚ» πηγάζει από την ίδια τη γένεσή της: ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα παράνομης χρήσης βίας και κατάφωρων παραβιάσεων κανόνων αναγκαστικού χαρακτήρα του γενικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), όπως επιβεβαίωσε το Διεθνές Δικαστήριο. Η οντότητα αυτή στερείται, συνεπώς, διεθνούς νομικής προσωπικότητας και δεν έχει ικανότητα να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες. Κάθε φερόμενη συμφωνία που έχει συναφθεί με αυτήν είναι άκυρη εξαρχής. Τέλος, η Κυπριακή Δημοκρατία αντικρούει τις θαλάσσιες αξιώσεις που προβάλλει η Τουρκία μέσω γεωγραφικών συντεταγμένων, χαρακτηρίζοντάς τες αβάσιμες. Η Άγκυρα επαναλαμβάνει, σύμφωνα με την επιστολή, την επιλεκτική και παραμορφωτική ερμηνεία του άρθρου 121 (2) της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) του 1982, αρνούμενη στα νησιά θαλάσσιες ζώνες πέραν της χωρικής θάλασσας. Η Κυπριακή Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι οι αξιώσεις αυτές δεν δημιουργούν καμία νομική υποχρέωση ούτε έναντί της ούτε έναντι οποιουδήποτε τρίτου κράτους. Η επιστολή με την οποία απάντησε η Κύπρος «Κατόπιν οδηγιών της Κυβέρνησής μου, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας στα ακόλουθα σημεία σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη (A/80/642): Πρώτον, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι υπάρχει μόνο ένα Κράτος στην Κύπρο, που εκπροσωπείται από την μόνη νόμιμη Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, από την ίδρυσή της το 1960. Η παράνομη χρήση βίας από την Τουρκία κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1974 και η συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή μέρους του εδάφους της δεν μεταβάλλει με κανέναν τρόπο το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κυρίαρχη σε ολόκληρη την επικράτειά της και απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν βάσει του διεθνούς δικαίου. Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας, μέσω των ψηφισμάτων 541 (1983) και 550 (1984), αποδοκίμασε την υποτιθέμενη απόσχιση μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και θεώρησε την ανακήρυξη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» νομικά άκυρη. Επιπλέον, το Συμβούλιο έχει επανειλημμένα καλέσει όλα τα κράτη, στα σχετικά ψηφίσματά του, συμπεριλαμβανομένου του ψηφίσματος 550 (1984), να σεβαστούν την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι, η παρανομία της λεγόμενης «ΤΔΒΚ» πηγάζει από το γεγονός ότι ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα παράνομης χρήσης βίας και άλλων κατάφωρων παραβιάσεων των κανόνων του γενικού διεθνούς δικαίου, ιδίως εκείνων που έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα (jus cogens), όπως επιβεβαιώθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο στη συμβουλευτική του γνώμη του 2010 για το Κοσσυφοπέδιο. Ως εκ τούτου, η οντότητα αυτή στερείται διεθνούς νομικής προσωπικότητας και δεν έχει ικανότητα να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες. Συνεπώς, οποιεσδήποτε φερόμενες συμφωνίες που έχουν συναφθεί με την εν λόγω οντότητα είναι άκυρες εξαρχής βάσει του διεθνούς δικαίου. Τρίτον, οι θαλάσσιες αξιώσεις που προβάλλονται μέσω της υποβολής γεωγραφικών συντεταγμένων από την Τουρκία δεν έχουν καμία νομική βάση. Αυτές οι ισχυρισμοί δεν δημιουργούν καμία νομική υποχρέωση ούτε έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου τρίτου Κράτους. Η Τουρκία βασίζει για άλλη μια φορά τους ισχυρισμούς της στην ψευδή και εντελώς αβάσιμη πρόταση ότι τα νησιά δεν δικαιούνται θαλάσσιες ζώνες εκτός από μια απλή χωρική θάλασσα, αντίθετα με το άρθρο 121 (2) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας, βασιζόμενη σε μια επιλεκτική και παραμορφωμένη ερμηνεία της σχετικής νομολογίας».