Eν μέσω ανακούφισης – όπως τουλάχιστον μεταφέρεται από το Μαξίμου- για τα ευρηματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων, στην κυβέρνηση επιτίθενται εκ νέου με αφορμή όσα βγαίνουν στο φως για τις ταραχώδεις εκείνες ημέρες του καλοκαιριού του 2015 -της λεγόμενης «υπερηφανης διαπραγμάτευσης» και μετά- στον εν δυνάμει δεύτερο σε εκλογική επιρροή (βάσει πάντα δημσσκοπήσεων), Αλέξη Τσίπρα. «Οι αποκαλύψεις από το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ “Στο χιλιοστό” συνεχίζονται και συγκλονίζουν ακόμη και όλους όσοι έζησαν από πρώτο χέρι εκείνη την περίοδο. Αυτά που μαθαίνουμε έρχονται να επιβεβαιώσουν όλα όσα είδαμε να συμβαίνουν σε βάρος της χώρας και των πολιτών από μια “παρέα” μαθητευόμενων μάγων», τονίζει σε δήλωσή του ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης. «Η παραπλάνηση της ελληνικής κοινής γνώμης με το δημοψήφισμα, που επελέγη ως λύση στο επικοινωνιακό αδιέξοδο του Αλέξη Τσίπρα και το αποτέλεσμα του οποίου οδήγησε στη μεγάλη κωλοτούμπα, δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν δίστασε να παίξει στα ζάρια έναν ολόκληρο λαό, εμφανίζοντας ακόμη και ένα ψευδεπίγραφο ερώτημα που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια τη χώρα εκτός ευρώ και εκτός Ευρώπης», επισημαίνει ο κ. Μαρινάκης αναφερόμενος στο περίφημο δημοψήφισμα και την ανατροπή του αποτελέσματος που έβγαλε η κάλπη του «ναι« και του «όχι», από την τότε κυβέρνηση. «Και αν δεν ήταν οι τότε βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, η Ελλάδα σήμερα δεν θα ήταν στην Ευρώπη», συμπληρώνει ο κυβερνητικός εκπροσωπος, σε μία υπενθύμιση του ρόλου που διαδραμάτισε εκείνες τις δύσκολες ημέρες για τη χώρα το ΠΑΣΟΚ, σε αντιδιαστολή με τις σημερινές εκκλήσεις-προτροπές περί συμπόρευσης με τον Αλεξη Τσίπρα και την αντιπολιτευτική ρητορική που έχει επιλέξει εδώ και καιρό ο Νίκος Ανδρουλάκης. «Ο Αλέξης Τσίπρας αρνήθηκε να μιλήσει στο ντοκιμαντέρ και -το κυριότερο- ακόμα και σήμερα δεν έχει ψελλίσει ούτε μια συγγνώμη. Οσο και να προσπαθεί να επανέλθει για να δοξαστεί κρυπτόμενος, οφείλει να δώσει απαντήσεις σε όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες. Τίποτα δεν πρόκειται να ξεχαστεί. Πρωτίστως, όμως, οφείλουμε να μην επιτρέψουμε η χώρα να επιστρέψει σε εκείνες τις μαύρες ημέρες», καταλήγει ο κ. Μαρινάκης για τον επικεφαλής -όπως τουλάχιστον προκύπτει απο τις τελευταίες δημοσκοπήσεις- της αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού της χώρας. Αναδιάταξη η οποία πάντως δεν δείχνει να ανησυχεί την κυβέρνηση, καθώς και τα ποσσοστά της διατηρεί η Νέα Δημοκρατία και μεγαλύτερη συσπείρωση των ψηφοφόρων της φαίνεται να εισπράττει. Σε κάθε περίπτωση, βασική εκτίμηση στο κυβερνητικό επιτελείο είναι ότι η σύγκριση και η μεγάλη διαφορά σε προγρμματικό λόγο που τους χωρίζει από παλιά και νέα κόμματα τις κατακερματισμένης αντιπολίτευσης, θα αποτυπωθεί και στις κάλπες των εκλογών, όποτε αυτές και αν γίνουν. Το σοκ και οι Doors Η ανακοίνωση του δημοψηφίσματος προκάλεσε σοκ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Φιλίπ Λεκγλίζ-Κοστά τότε σύμβουλος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ, ανέφερε μεταξύ άλλων στην περιγραφή του για το ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτόριας Δενδρινού: «Ο έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να μιλήσει εκ νέου με τη γερμανίδα καγκελάριο και τον πρόεδρο Ολάντ. Κι εκεί τους ενημέρωσε πως θα οργάνωνε δημοψήφισμα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο ποιο θα ήταν το ερώτημα και τι θα στήριζε ο έλληνας πρωθυπουργός. Γιατί αυτό καθόριζε τι αποτέλεσμα μπορούσαμε να περιμένουμε». Ο Νικόλαους Μάγιερ-Λάντρουτ, σύμβουλος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της καγκελαρίου Μέρκελ (2011-2015), ήταν παρών την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας την κάλεσε για να της ανακοινώσει την απόφασή του: «Το δημοψήφισμα είναι μια πολύ ριψοκίνδυνη στρατηγική πολιτική. Κάθε κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει τι και πώς θέλει να το κάνει. Αυτό που μας εξέπληξε ήταν η ανακοίνωση πως θα τασσόταν κατά μιας συμφωνίας στην οποία, κατά την άποψή μας, είχε συμμετάσχει. »Το έλαβε υπόψη της και αυτό ήταν για μας το τέλος της συζήτησης. Τι μπορούσαμε να πούμε. Μπορούσαμε να εκφράσουμε την έκπληξή μας για τη διαδικασία αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε πολλά εκείνη τη στιγμή». «Ο πρόεδρος Ολάντ και η καγκελάριος Μέρκελ επικοινώνησαν ξανά και συμφώνησαν πως η κατάσταση ήταν κρίσιμη και πως θα έπρεπε να επικοινωνούν κάθε μέρα. Έμεναν δέκα μέρες μέχρι το δημοψήφισμα και αυτό και έκαναν», δήλωσε ο Φιλίπ Λεκγλίζ-Κοστά. Το κλίμα μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος γίνεται ακόμα πιο βαρύ, με τις διεθνείς αντιδράσεις να κινούνται μεταξύ οργής, απογοήτευσης και απόλυτου αιφνιδιασμού. Για τους έμπειρους τεχνοκράτες των Βρυξελλών, η κίνηση της Αθήνας δεν μεταφράστηκε απλώς ως μια πολιτική διαφωνία, αλλά ως η αρχή του τέλους. Ο Τόμας Βίζερ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις σκέψεις του εκείνη τη νύχτα: «Σκεφτόμουν τους The Doors. Για πολλούς νεότερους, ένα άγνωστο ροκ συγκρότημα από την Καλιφόρνια. Αλλά ένας από τους ήχους που έχω στα αυτιά μου είναι ο στίχος “Αυτό είναι το τέλος, φίλε μου.” Και σχεδόν ήταν.» Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, δεν κρύβει την έντονη ενόχληση και τον θυμό του για τη στρατηγική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης: «Μας εξέπληξε τελείως. Πρώτον, δεν υπήρχε καμία συμφωνία. Γιατί, λοιπόν, να δημιουργήσει αυτή την πολιτική δυναμική; Και δεύτερον, αν πρόκειται να κάνεις κάτι τέτοιο, θα ήταν συνετό να το συζητήσεις με τους εταίρους σου πρώτα. Είχα ταραχτεί πολύ. Είχα θυμώσει για τον απλούστατο λόγο πως δεν ήταν έντιμο απέναντι στον ελληνικό λαό. Του υπόσχονταν μια καλύτερη συμφωνία, ενώ ήξερα πως δεν υπήρχε καλύτερη συμφωνία». Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, οι προειδοποιήσεις προς τον πρωθυπουργό ήταν εξίσου δραματικές. Ο Σταύρος Θεοδωράκης, επικεφαλής του κόμματος «Το Ποτάμι» εκείνη την περίοδο, αποκαλύπτει τον διάλογο που είχε με τον Αλέξη Τσίπρα: «Είχαμε μιλήσει εκείνες τις ώρες, μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος και του είπα ότι αυτό που κάνεις είναι ολέθριο. Και μου λέει: “Υπερβάλλεις”. Πιστεύω ότι το πίστευε ότι υπερβάλλω, ότι τα πράγματα θα γίνονταν πολύ πιο ήσυχα». Από την πλερυά του, ο τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζακ Λιου, θυμάται την επείγουσα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Αλέξη Τσίπρα: «Ήμουν σε ένα αυτοκίνητο στη Νέα Υόρκη και μιλούσα μαζί του στο τηλέφωνο και του είπα: “Απλώς δεν το καταλαβαίνω” και είπε: “Η δημοκρατία είναι πολύ σημαντική στην Ελλάδα και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το σύστημα, που είναι ελληνικό”. Και έλεγε συνεχώς πως ήταν κάτι λογικό στην Ελλάδα. Δεν μπορούσαμε να δούμε πώς θα τελείωνε, αφήνοντάς του χώρο να κάνει περισσότερα, όχι λιγότερα. Γιατί αν ρωτήσεις τον κόσμο να κόψεις τα επιδόματά του, η απάντηση σε κάθε χώρα θα είναι όχι.» Η αίσθηση του οριστικού αδιεξόδου κυριάρχησε ακόμα και ανάμεσα σε εκείνους που, πίσω από τις κλειστές πόρτες, έδιναν μάχη για να κρατήσουν την Ελλάδα ζωντανή. Ο Πίτερ Σπίγκελ, επικεφαλής του γραφείου των Financial Times στις Βρυξέλλες, θυμάται: «Εκείνη τη στιγμή ένιωσαν ότι όλα είχαν ουσιαστικά τελειώσει. Γιατί ακόμη και οι άνθρωποι που είχαν δουλέψει για τέσσερα ή πέντε χρόνια προσπαθώντας να σώσουν την Ελλάδα είχαν πει: “Τελειώσαμε. Προσπαθήσαμε. Διαπραγματευτήκαμε με τους Γερμανούς. Υπερασπιστήκαμε την Ελλάδα σε κάθε βήμα. Και αυτοί κάνουν αυτό;”» Ο Μάρτιν Σέλμαγιερ (επικεφαλής του γραφείου του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ)περιέγραψε πόσο παράλογη φάνταζε η απόφαση για τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, τη στιγμή που η τελική συμφωνία βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής: «Αν κάνουμε τα πάντα για να φέρουμε τις χώρες-πιστωτές τόσο κοντά στη δική σας κατεύθυνση, το χάσμα είναι μόλις 380 εκατομμύρια. Συνεχίζετε να διαπραγματεύεστε και να δουλεύετε πάνω σε αυτό. Αν για αυτό το πράγμα κάνετε δημοψήφισμα… αυτό είναι παράλογο.» Για την Αθήνα, η κίνηση αυτή αποτελούσε το έσχατο διαπραγματευτικό χαρτί για την απεμπλοκή από τη λιτότητα, όπως υποστηρίζει ο πρώην υπουργός Νίκος Παππάς: «Ο στόχος ήταν να βγει η χώρα από τα μνημόνια», επέμεινε. Ωστόσο, στην Ευρώπη, η τροπή αυτή ερμηνεύτηκε ως μια βαθιά προσωπική και θεσμική προδοσία. Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ περιγράφει με ένταση τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε τη ρήξη: «Ήμουν πολύ θυμωμένος. Εντελώς ξαφνικά και μετά από αρκετές διαπραγματεύσεις που κάναμε προχώρησε στην ιδέα του δημοψηφίσματος χωρίς να μου το πει. Η Μέρκελ και ο Ολλάντ ήταν εξίσου θυμωμένοι με εμένα. Ήταν τελείως ανεύθυνο. Για εκείνον ήταν εγχώριο θέμα. Για εμάς ήταν ευρωπαϊκό.» Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν στάθηκαν μόνο στον αιφνιδιασμό, αλλά εξαπέλυσαν δριμεία επίθεση στη φύση και τη νομιμότητα του ερωτήματος που κλήθηκαν να απαντήσουν οι Έλληνες πολίτες. Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ παίρνει ξεκάθαρη θέση, χαρακτηρίζοντάς το ουσιαστικά προϊόν παραπλάνησης: «Η ερώτηση ήταν ένα ψέμα, δεν ήταν; Η ερώτηση ήταν αν θέλουν τη συμφωνία. “Η συμβουλή μας είναι να πείτε όχι.” Δεν υπήρχε συμφωνία. Και υπήρχε και το ερώτημα: ποια ήταν η εναλλακτική; Κανονικά, όταν απευθύνεσαι στους ψηφοφόρους, λες “Δεν είναι ανάγκη να το δεχτείτε, έχουμε καλύτερο σχέδιο.” Αλλά δεν υπήρχε καλύτερο σχέδιο. Υπήρχε μόνο η αόριστη υπόσχεση καλύτερης συμφωνίας αν ψηφίσουν “όχι”. Ο κόσμος παραπλανήθηκε». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Γιούνκερ κάνει λόγο για «σκάνδαλο» και για μια βαθιά ψευδαίσθηση που καλλιεργήθηκε στο εσωτερικό της Ελλάδας: «Η πρόταση για την οποία ψήφιζαν οι Έλληνες δεν αντικατόπτριζε πια το σκεπτικό της Ευρωζώνης. Αυτό ήταν ένα σκάνδαλο κατά την άποψή μου, επειδή παραπλανούσε τον ελληνικό λαό. Ήταν απολύτως απαράδεκτη συμπεριφορά. Γιατί το να δίνεις στον ελληνικό λαό την εντύπωση πως αν ψήφιζε “όχι” τα πράγματα θα άλλαζαν, είναι κάπως ανόητη ιδέα, γιατί δεν μπορείς να αλλάξεις τη συνθήκη βάσει ενός μονόπλευρου δημοψηφίσματος. Έχουμε 28 δημοκρατίες στην Ευρώπη, όχι μόνο μια. Είναι η πιο χαρωπή, αλλά υπάρχουν κι άλλες.» Σε μια άλλη πτυχή του ζητήματος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (2011-2015) και πρώην υπουργός Οικονομικών, έθεσε ευθέως ζήτημα νομιμότητας: «Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν θεσμικά προκλητικό. Παραβίαζε το Σύνταγμα. Καταρχάς το Σύνταγμα απαγορεύει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος δημοσιονομικού αντικειμένου». Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή πλευρά επέμενε ότι το πραγματικό επίδικο της κάλπης ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που αναγραφόταν στο ψηφοδέλτιο. Όπως υπογραμμίζει ο Ντέκλαν Κοστέλο: «Το ερώτημα ήταν αν η Ελλάδα ήθελε και ήταν προετοιμασμένη να μείνει στο ευρώ. Και αυτό θα ήταν ένα ειλικρινές ερώτημα». Η κυβέρνηση, ωστόσο, διάβαζε πίσω από τις απειλές των Βρυξελλών μια προσπάθεια πολιτικής εξόντωσης και όχι μια πραγματική πρόθεση για Grexit. Ο Νίκος Παππάς αναλύει το σκεπτικό του γύρω από το στρατηγικό παιχνίδι των δανειστών: «Εγώ δεν πιστεύω ότι θέλανε να μας βγάλουν από το ευρώ. Θέλαν να τσακίσουν την κυβέρνησή μας. Θέλανε να φτάσουν τα πράγματα σε ένα σημείο, όπου εμείς υπό το βάρος των εξελίξεων να καταρρεύσουμε, δηλαδή να μην υπάρχει ρευστότητα καθόλου, να μην μπορούμε να σταθούμε και να έρθει μια άλλη κυβέρνηση, μια κυβέρνηση τεχνοκρατών, στην οποία θα ανοίξουν λελογισμένα την κάνουλα της ρευστότητας. Αυτός θεωρώ ότι ήταν ο στόχος. Και ότι η απειλή της εξόδου από το ευρώ ήταν ακριβώς για να επιτευχθεί αυτό.» Μέσα σε αυτό το πολωμένο περιβάλλον, οι δύο επιλογές απέκτησαν βαθύτατα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Απαντώντας στο τι σήμαινε πρακτικά η κάθε ψήφος, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος λέει: «Το “ναι” ήταν πιο καθαρό σε αυτή την πολιτική ατζέντα. Ότι θα έπρεπε να δεχτούμε ό,τι λένε οι Ευρωπαίοι, ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική, άλλος δρόμος. Η Ελλάδα είναι πάρα πολύ… αδύναμη για να διεκδικήσει οτιδήποτε άλλο, πρώτον. Και δεύτερον θεωρώ ότι εκπροσωπούσε πολιτικά τα συμφέροντα εκείνων οι οποίοι κέρδιζαν από τη μνημονιακή πολιτική. Δηλαδή… εκείνων οι οποίοι κέρδιζαν από την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, της μείωσης των μισθών, της απαξίωσης του κοινωνικού κράτους, της μείωσης των δαπανών στον δημόσιο τομέα. Το “όχι” ήταν η υπεράσπιση μιας στρατηγικής, ώστε να μπει τέλος στη λιτότητα και να ρυθμιστεί το ελληνικό χρέος». Το επόμενο πρωί μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, το σκηνικό μεταφέρθηκε στις Βρυξέλλες, σε μία από τις πιο δραματικές και επεισοδιακές συνεδριάσεις στην ιστορία του Eurogroup. Η ελληνική πλευρά, έχοντας ήδη επιλέξει τον δρόμο της κάλπης, προσήλθε στη συνάντηση ζητώντας παράταση του υφιστάμενου προγράμματος, γεγονός που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των ομολόγων της. Απαντώντας σε ερώτηση για το πώς υποδέχθηκαν οι εταίροι το ελληνικό αίτημα, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ περιγράφει το κλίμα: «Μιλούσαμε μαζί τους για μήνες, κάνοντας σοβαρές διαπραγματεύσεις και προτού υπάρξει συμφωνία ανακοίνωσαν στον λαό και του ζητούσαν να την απορρίψει και να πει όχι. Την επόμενη μέρα έρχεται στο Eurogroup και λέει: “Μπορούμε να έχουμε νέο δάνειο; Μια επέκταση;” Τον ρώτησα αμέσως: “Είσαι τρελός; Θέλεις στα αλήθεια επέκταση μετά απ’ ό,τι έγινε χθες;”» Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
