Κάθε φορά που ένα ισχυρό κύμα καύσωνα υποχωρεί από την Ευρώπη, αρχίζει η καταμέτρηση των θυμάτων που έχασαν την ζωή τους από τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Η ακραία ζέστη που έπληξε την δυτική Ευρώπη τις τελευταίες ημέρες εκτιμάται ότι προκάλεσε εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες θανάτους. Παρότι θα χρειαστούν αρκετές εβδομάδες για να εξαχθεί η πρώτη συνολική εκτίμηση του αριθμού των θυμάτων, στην Ισπανία ερευνητές αποδίδουν ήδη περισσότερους από 210 θανάτους στον καύσωνα που επικράτησε από την Κυριακή έως και την Τετάρτη. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Στη Γαλλία, η τραγωδία αποτυπώνεται ήδη σε μεμονωμένα περιστατικά που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη. Ένας ηλικιωμένος που εργαζόταν σε εξωτερικό χώρο έχασε τη ζωή του την Κυριακή, δύο μικρά παιδιά πέθαναν από ανακοπή καρδιάς μέσα σε αυτοκίνητο που είχε μετατραπεί σε παγίδα θερμότητας τη Δευτέρα, ενώ την Τετάρτη εντοπίστηκε νεκρό ένα τρίχρονο αγόρι μέσα σε άλλο όχημα, όπου φέρεται να είχε κρυφτεί από τους γονείς του αντί να κοιμηθεί το μεσημέρι. Περισσότεροι από 200.000 θάνατοι μέσα σε τέσσερα χρόνια Το γεγονός ότι οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να αποβούν μοιραίες δεν αποτελεί νέα γνώση για τις ευρωπαϊκές αρχές. Ο καύσωνας του 2003 στοίχισε τη ζωή σε περίπου 70.000 ανθρώπους, οδηγώντας τις κυβερνήσεις στην υιοθέτηση σχεδίων αντιμετώπισης των ακραίων θερμοκρασιών. Παρ’ όλα αυτά, δύο δεκαετίες αργότερα, οι θάνατοι από τη ζέστη εξακολουθούν να αριθμούνται σε δεκάδες χιλιάδες κάθε χρόνο. Αν και τα παγκόσμια στοιχεία παραμένουν περιορισμένα, οι διαθέσιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η Ευρώπη καταγράφει δυσανάλογα υψηλό αριθμό θυμάτων σε σύγκριση με άλλες περιοχές του πλανήτη. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα καταγράφονταν παγκοσμίως περίπου 489.000 θάνατοι ετησίως που σχετίζονταν με τη ζέστη. Αν και η Ευρώπη φιλοξενεί λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το ένα τρίτο των θανάτων αυτών την περίοδο 2000-2019. Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η θνησιμότητα που συνδέεται με τις υψηλές θερμοκρασίες αυξάνεται σταθερά από το 2000 και μετά. Η κατάσταση δεν βελτιώθηκε ούτε κατά τη δεκαετία του 2020. Μόνο τα τελευταία τέσσερα χρόνια, περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Ευρώπη εξαιτίας της ακραίας ζέστης, ενώ μόνο το 2022 τα σχετικά αίτια προκάλεσαν πάνω από 60.000 θανάτους. Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τον κίνδυνο Ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους η Ευρώπη πληρώνει τόσο βαρύ τίμημα είναι η γήρανση του πληθυσμού. Οι υψηλές θερμοκρασίες επιβαρύνουν σημαντικά την καρδιά και τα υπόλοιπα ζωτικά όργανα, καθώς ο οργανισμός προσπαθεί να διατηρήσει σταθερή τη θερμοκρασία του σώματος. Οι ηλικιωμένοι, ιδιαίτερα όσοι αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας, ανήκουν στις πιο ευάλωτες ομάδες και αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των θυμάτων κάθε καύσωνα. «Κανείς δεν περίμενε θερμοκρασίες 40 βαθμών Κελσίου ήδη από τον Ιούνιο», δήλωσε η ειδικός σε θέματα κλίματος και υγείας του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, Aleksandra Kazmierczak. «Έχουμε να αντιμετωπίσουμε πρωτοφανείς κλιματικές αλλαγές. Παράλληλα εξελίσσεται και η δημογραφική αλλαγή. Οι δύο αυτοί παράγοντες δημιουργούν την τέλεια καταιγίδα», πρόσθεσε. Ωστόσο, η δημογραφική εικόνα δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τον μεγάλο αριθμό των θυμάτων. Τα σπίτια της Ευρώπης μετατρέπονται σε «φούρνους» Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, περίπου το 90%, οι Ευρωπαίοι το περνούν μέσα σε κτίρια. Όμως μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος δεν έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει παρατεταμένους καύσωνες. Οι κατοικίες στις χώρες της βόρειας Ευρώπης κατασκευάστηκαν ώστε να συγκρατούν τη θερμότητα τον χειμώνα και όχι να παραμένουν δροσερές το καλοκαίρι. Με την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη, αυτό μετατρέπεται σε σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Η Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή του Ηνωμένου Βασιλείου προειδοποιεί ότι έως το 2050 το 92% των υφιστάμενων κατοικιών ενδέχεται να υπερθερμαίνεται, ενώ στο Παρίσι οι χαρακτηριστικές ψευδάργυρες στέγες μετατρέπουν πολλά διαμερίσματα σε πραγματικούς φούρνους. «Χτίσαμε τις πόλεις μας για το κλίμα του παρελθόντος», εξηγεί ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών του Άμστερνταμ, Jeroen Kluck. Όπως σημειώνει, ακόμη και με σκίαση και φυσικό αερισμό, πολλές κατοικίες θα συνεχίσουν να υπερθερμαίνονται, γεγονός που σημαίνει ότι στο μέλλον αρκετές θα χρειαστούν ενεργητικά συστήματα ψύξης. Ο κλιματισμός παραμένει εξαίρεση στην Ευρώπη Παρότι η χρήση κλιματιστικών αυξάνεται σταδιακά, εξακολουθεί να είναι περιορισμένη στην Ευρώπη. Υπολογίζεται ότι μόνο ένα στα πέντε ευρωπαϊκά νοικοκυριά διαθέτει κλιματισμό, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει περίπου το 90%. Η Fleur Monasso από το Κέντρο Κλίματος του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου επισημαίνει ότι ο κλιματισμός σώζει ζωές. «Η υψηλή θνησιμότητα στην Ευρώπη οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, αλλά σίγουρα ο κλιματισμός αποτελεί μια υποδομή που σώζει ζωές. Στην Ευρώπη η κάλυψη είναι πολύ μικρότερη και αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα», αναφέρει. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις κατοικίες. Εργοστάσια, σχολεία, τρένα και ακόμη και νοσοκομεία δεν διαθέτουν επαρκή συστήματα ψύξης. Οι θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη στους χώρους εργασίας έχουν αυξηθεί κατά 42% στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2000, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων να ζητά την καθιέρωση ανώτατων ορίων θερμοκρασίας στους χώρους εργασίας και υποχρεωτικών διαλειμμάτων για τους εργαζόμενους. Μέσα στην εβδομάδα, χιλιάδες σχολεία ανέστειλαν τη λειτουργία τους λόγω της υπερβολικής ζέστης στις αίθουσες, στο Βέλγιο αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία τρένα χωρίς κλιματισμό, ενώ στη Γαλλία μία κλινική ανακοίνωσε ότι ασθενής έχασε τη ζωή του επειδή ο θάλαμος νοσηλείας είχε αναπτύξει πολύ υψηλή θερμοκρασία. Παρότι αρκετοί Ευρωπαίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν επιφυλακτικά τη χρήση κλιματιστικών λόγω της περιβαλλοντικής τους επίπτωσης, οι απόψεις φαίνεται να αλλάζουν. Ακόμη και η επικεφαλής των Γάλλων Πρασίνων, Marine Tondelier, παραδέχθηκε ότι «υπάρχουν πλέον χώροι όπου δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς κλιματισμό». Η κλιματική αλλαγή ξεπερνά τις αντοχές των κρατών Τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει χρωματικά συστήματα προειδοποίησης για τον καύσωνα, ενώ αρκετές πόλεις δημιουργούν κλιματιζόμενους δημόσιους χώρους και η Γαλλία επενδύει εκατομμύρια ευρώ στον δροσισμό των σχολείων. Ωστόσο, τα μέτρα εφαρμόζονται αποσπασματικά και διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, με αποτέλεσμα η προστασία των πολιτών να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τόπο κατοικίας τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να παρουσιάσει μέσα στη χρονιά ένα κοινό πλαίσιο ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή, ώστε να υπάρξει καλύτερος συντονισμός. Παρά τις προσπάθειες, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο ρυθμός με τον οποίο εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή είναι πολύ ταχύτερος από τον ρυθμό προσαρμογής των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Έρευνα που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή έδειξε ότι η κλιματική αλλαγή έκανε τις θερμοκρασίες του πρόσφατου καύσωνα δέκα φορές πιθανότερες και κατά δύο βαθμούς Κελσίου υψηλότερες σε σχέση με τον φονικό καύσωνα του 2003. «Ο καύσωνας του 2003 αφύπνισε την Ευρώπη και οδήγησε σε δράση. Όμως εκείνα τα μέτρα σχεδιάστηκαν για το κλίμα του 2003. Η απειλή πλέον έχει ξεπεράσει την αντίδρασή μας», υπογραμμίζει ο περιφερειακός διευθυντής του ΠΟΥ για την Ευρώπη, Hans Kluge. Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι πιο ευάλωτοι πολίτες, κυρίως οι ηλικιωμένοι, εξακολουθούν να μένουν χωρίς επαρκή προστασία, ενώ πολλές χώρες δεν εφαρμόζουν στην πράξη τα σχέδια αντιμετώπισης των καυσώνων. «Ένα σχέδιο που δεν έχει δοκιμαστεί, δεν διαθέτει προσωπικό και δεν χρηματοδοτείται, δεν είναι σχέδιο, είναι απλώς ένα έγγραφο. Το κενό ανάμεσα σε όσα γράφονται και σε όσα συμβαίνουν όταν η θερμοκρασία φτάνει τους 45 βαθμούς είναι το σημείο όπου χάνονται ανθρώπινες ζωές», τονίζει. Οι ειδικοί ζητούν μακροπρόθεσμες λύσεις Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εγκαταλείψουν τη λογική της διαχείρισης έκτακτης ανάγκης και να επενδύσουν σε μόνιμες παρεμβάσεις. Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, η δημιουργία περισσότερων χώρων πρασίνου στις πόλεις, η λειτουργία κέντρων δροσιάς για τους πολίτες, η προσαρμογή των συνθηκών εργασίας στις υψηλές θερμοκρασίες και η ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών που παρακολουθούν τις ευάλωτες ομάδες. «Τίποτα από αυτά δεν απαιτεί κάποια τεχνολογική επανάσταση. Απαιτεί συντονισμό, πολιτική βούληση και την αναγνώριση ότι η ακραία ζέστη αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό των ευρωπαϊκών καλοκαιριών και όχι μια περιστασιακή έκπληξη», καταλήγει ο Hans Kluge.
