Οι πρόσφατες εξελίξεις μετά από την απόφαση της Αγκυρας και του Καΐρου να προχωρήσουν σε διεύρυνση και εμβάθυνση της αμυντικής και στρατιωτικής τους συνεργασίας αποδεικνύουν ότι οι εύκολες ρήσεις περί στρατηγικών εταίρων και στενών συμμάχων καλό είναι να αποφεύγονται στην τρέχουσα διεθνή συγκυρία. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν αναφερόμαστε σε μία περιοχή όπως η Ανατολική Μεσόγειος και η ευρύτερη Μέση Ανατολή, στην οποία οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες βρίσκονται σε διαρκή κίνηση – ιδιαίτερα μετά από τον πόλεμο στη Γάζα, την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν και την επιδίωξη του Ισραήλ να επιβάλει μία νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων στην οποία θα ασκεί ηγεμονικό ρόλο. Η υπογραφή της Επιστολής Προθέσεων (Letter of Intent) μεταξύ του υπουργού Aμυνας της Τουρκίας Γιασάρ Γκιουλέρ και του Αιγύπτιου ομολόγου του, αντιστρατήγου Ασράφ Σάλεμ Ζάχερ (σσ: ο οποίος είναι παράλληλα ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της αραβικής χώρας), πριν από λίγες ημέρες στην Αγκυρα (σσ: η πρώτη μετά το 2013) αποτελεί τον τελευταίο κρίκο στην αλυσίδα της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών μετά από το ναδίρ στο οποίο είχαν βρεθεί οι σχέσεις τους την περίοδο 2020-2021. Το αρνητικό σπιράλ είχε ξεκινήσει ήδη από την εποχή της «Αραβικής Ανοιξης», όταν η Αγκυρα είχε στηρίξει τον, προερχόμενο από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι. Η ανατροπή του τελευταίου από τον σημερινό πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι το 2013 όξυνε την κατάσταση λόγω της στάσης και της ρητορικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η αντιπαράθεση συμφερόντων στο πεδίο της άσκησης περιφερειακής επιρροής σε σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων η ενέργεια αλλά ιδιαίτερα η κρίση στη Λιβύη, βάρυναν το κλίμα και οδήγησαν σε μία στενότερη προσέγγιση του Καΐρου με την Αθήνα. Η διμερής αλλά και η τριμερής συνεργασία (με τη συμμετοχή και της Κυπριακής Δημοκρατίας) διευρύνθηκε και η υπογραφή της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) τον Αύγουστο του 2020 – ως απάντηση και στο τουρκολιβυκό μνημόνιο – θεωρήθηκαν μείζονες εξελίξεις με θετικό πρόσημο. Είναι αλήθεια μάλιστα ότι στο ελληνικό διπλωματικό υποσυνείδητο ο ρόλος της Αιγύπτου ως άγκυρας σταθερότητας θεωρείται κομβικός, σε βαθμό που η Αθήνα έχει, ορισμένες φορές πέραν του δέοντος, στηρίξει την Αίγυπτο εντός της ΕΕ και σε άλλα διεθνή fora. Οι δύο χώρες ήρθαν επίσης κοντά στη στρατιωτική συνεργασία, κυρίως με τη διενέργεια κοινών ασκήσεων, ενώ η συμμετοχή τους στο East Med Gas Forum (EMGF) ήταν μία σημαντική πρωτοβουλία για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία όμως μάλλον δεν απέφερε τα αναμενόμενα – τουλάχιστον σε επίπεδο συνεργασίας. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο ρόλος του Καΐρου στην υπόθεση της Μονής Σινά δεν ήταν αυτός που θα ανέμενε η Αθήνα. Ολα ξεκίνησαν με μία χειραψία Ωστόσο, από το 2021-2022 και μετά ο Ερντογάν αντιλήφθηκε ότι μία πολυμέτωπη αντιπαράθεση στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με χώρες όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) και η συναφής τριβή με μείζονες δρώντες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή και η Γαλλία, δεν ωφελούσε τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τουρκικά συμφέροντα – από τη στιγμή μάλιστα που η Αγκυρα σταθερά επιδιώκει να εμφανίζεται ως ο σημαντικότερος περιφερειακός παίκτης και να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο. Εκτοτε, όλες οι κινήσεις του είχαν ως σκοπό να αποκαταστήσει τις διαταραγμένες σχέσεις στην περιοχή εκμεταλλευόμενος α) τη γεωγραφική θέση της χώρας και την ισχύ της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, β) τις εξελίξεις στο Ουκρανικό Ζήτημα τηρώντας μία μέση γραμμή μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, γ) την αναταραχή στη Μέση Ανατολή λόγω του πολέμου στη Γάζα (που δημιούργησε τριβές στη σχέση της Ιερουσαλήμ με το Κάιρο) αλλά και την αλλαγή καθεστώτος στη Συρία με την πτώση του Μπασάρ αλ Ασαντ. Στο περιθώριο της τελετής έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στο Κατάρ το 2022, οι πρόεδροι Ερντογάν και Σίσι αντάλλαξαν μία χειραψία που είχε σκοπό να… θάψει το τσεκούρι του πολέμου. Επίσης το 2022, ο τούρκος πρόεδρος επισκέφθηκε τόσο το Ριάντ όσο και το Αμπου Ντάμπι. Η στροφή στις τουρκοαιγυπτιακές σχέσεις άρχισε να γίνεται πιο ευδιάκριτη το 2024. Τον Φεβρουάριο εκείνου του έτους, ο Ερντογάν επισκέφθηκε το Κάιρο και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο Σίσι ανταπέδωσε την επίσκεψη, πηγαίνοντας στην Αγκυρα. Εντός του 2024 διεξήχθη μεγάλος αριθμός συναντήσεων μεταξύ των δύο κυβερνήσεων που είχαν ως αποτέλεσμα την υπογραφή 17 Μνημονίων Κατανόησης, την πώληση τουρκικών drones στην Αίγυπτο, τη δέσμευση να αυξηθεί ο όγκος των διμερών εμπορικών συναλλαγών στα 15 δισ. δολάρια, ενώ συμφωνήθηκε και η δημιουργία ενός Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας. Η Λιβύη και οι θαλάσσιες ζώνες Το Λιβυκό Ζήτημα και η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι δύο ζητήματα που εξακολουθούν να αποτελούν αγκάθια στις διμερείς σχέσεις Αγκυρας – Καΐρου. Η σύγκρουση στη Λιβύη το 2020, όταν οι δύο χώρες υποστήριξαν διαφορετικές πλευρές (η Αγκυρα τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης, την οποία προμήθευσε με στρατιωτικό εξοπλισμό για να αποκρούσει την επίθεση του ηγέτη της Ανατολικής Λιβύης, στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, βασικός υποστηρικτής του οποίου ήταν το Κάιρο), δεν έχει ξεχαστεί, αλλά πλέον καταβάλλονται προσπάθειες να βρεθεί κοινός τόπος. Για την Αίγυπτο, η σταθερότητα στη Λιβύη αποτελεί, όπως και η σταθερότητα στο Σουδάν, παράμετρο μείζονος σημασίας για την αιγυπτιακή εθνική ασφάλεια. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Αγκυρα έχει προσπαθήσει να προσεγγίσει τις αιγυπτιακές θέσεις στο θέμα και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η βελτίωση των σχέσεων με τη Βεγγάζη. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που πρέπει να ιδωθεί και η τελευταία συνάντηση Αιγύπτου, Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν στις 21 Ιουνίου στο Κάιρο, καθώς οι τέσσερις σουνιτικές ισλαμικές χώρες έχουν διαμορφώσει έναν συμβουλευτικό μηχανισμό για να συζητούν περιφερειακά ζητήματα (σσ: ο εν λόγω μηχανισμός μπορεί να θεωρηθεί και ανταγωνιστικός στα τριμερή σχήματα συνεργασίας Ελλάδος – Κύπρου – Αιγύπτου και Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ). Στη συνάντηση αυτή παραβρέθηκε επίσης ο κουμπάρος του Ντόναλντ Τραμπ και ειδικός απεσταλμένος του για θέματα Αφρικής Μασάντ Μπούλος, ο οποίος έχει επιδοθεί σε μία ευρύτατη παρασκηνιακή προσπάθεια τόσο στη Λιβύη όσο και ευρύτερα για τη διευθέτηση διαφορών στην περιοχή. Στο ζήτημα των θαλασσίων ζωνών, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και η Αθήνα δεν μπορεί να επαναπαύεται. Η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο το 2020 δεν λύνει όλα τα προβλήματα – άλλωστε το Κάιρο διαπραγματεύθηκε πολύ σκληρά και δεν παραβίασε σε καμία στιγμή τις ευαισθησίες της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και το όριο του 28ου μεσημβρινού, ακολουθώντας πάγιες φιλοτουρκικές θέσεις της αιγυπτιακής γραφειοκρατίας. Η συμφωνία αυτή άλλωστε έγινε, σε ό,τι αφορά στο Κάιρο, κυρίως με το μάτι στραμμένο στη Λιβύη και ακολουθήθηκε από νεότερες κινήσεις που είχαν σκοπό να δείξουν στην Τρίπολη να μην παραβιάσει «κόκκινες γραμμές» των αιγυπτιακών συμφερόντων. Υπενθυμίζεται όμως ότι η Αίγυπτος δεν δίστασε να εκφράσει τις αντιρρήσεις της στην Ελλάδα σε σχέση με τον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ενώ φαίνεται ότι υπήρξαν τριβές και για θέματα που αφορούσαν στην παραχώρηση οικοπέδων για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων από την Ελλάδα, οι οποίες λειάνθηκαν με παρασκηνιακές επαφές. Η τουρκοαιγυπτιακή αμυντική συνεργασία και η Ελλάδα Η προσέγγιση Αγκυρας – Καϊρου στον αμυντικό τομέα δεν προσφέρεται για εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση ή και για υποβάθμιση, όπως έχουν σπεύσει να κάνουν κυβερνητικές πηγές το τελευταίο διάστημα. Το εναρκτήριο λάκτισμα για όσα σημειώθηκαν τις προηγούμενες ημέρες δόθηκε κατά την τελευταία επίσκεψη του Ερντογάν στο Κάιρο τον Φεβρουάριο, όταν υπέγραψε μαζί με τον Αιγύπτιο ομόλογό του μία συμφωνία-πλαίσιο για την αμυντική και στρατιωτική συνεργασία. Οπως αποκαλύφθηκε αργότερα, οι δύο πλευρές έφθασαν σε αμυντικές συμφωνίες ύψους 350 εκατ. δολαρίων, ενώ συμφώνησαν και στη δημιουργία κοινού εργοστασίου στην Αίγυπτο για την παραγωγή βλημάτων πυροβολικού των 155 χιλιοστών. Τουρκικές εταιρείες όπως η ASELSAN έχουν ήδη ανοίξει γραφεία στο Κάιρο, ενώ συζητείται η συμμετοχή της Αιγύπτου στην παραγωγή του τουρκικού μαχητικού αεροσκάφους ΚΑΑΝ καθώς και η πιθανή συμπαραγωγή επί αιγυπτιακού εδάφους τουρκικών drones. Σημειώνεται ότι πριν από την επίσκεψη του αιγυπτίου υπουργού Αμυνας Ζαχέρ στην Αγκυρα (κατά τη διάρκεια της οποίας υπεγράφη και δεύτερη Επιστολή Προθέσεων μεταξύ της τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας και της αιγυπτιακής υπηρεσίας Στρατιωτικών Πληροφοριών, καθώς το υπουργείο του Ζαχέρ είναι αρμόδιο και για θέματα στρατιωτικής παραγωγής), ο αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Σελτζούκ Μπαϊρακτάρογλου, είχε βρεθεί ως επικεφαλής ανώτερης στρατιωτικής αντιπροσωπείας στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα τον Ιούνιο για τη συνάντηση της Επιτροπής Στρατιωτικής Συνεργασίας Αιγύπτου-Τουρκίας. Πρόκειται για έναν μηχανισμό με σκοπό τον συντονισμό κοινών στρατιωτικών δραστηριοτήτων. Την ίδια στιγμή, έχει ενισχυθεί σημαντικά η κοινή στρατιωτική εκπαίδευση, καθώς οι δύο χώρες έχουν συμμετάσχει από κοινού σε τουλάχιστον τέσσερις διμερείς ή πολυεθνικές ασκήσεις από τον Σεπτέμβριο του 2025. Τον Σεπτέμβριο του 2025 πραγματοποίησαν την πρώτη κοινή ναυτική τους άσκηση μετά από 13 χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, στις αρχές Ιουλίου ολοκληρώθηκε σε τουρκική βάση η κοινή άσκηση «Anatolian Eagle 2026» με τη συμμετοχή αεροσκαφών από την Τουρκία, την Αίγυπτο και το Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή κι ενός νατοϊκού αεροσκάφους έγκαιρης προειδοποίησης (AWACS). Κι ας μη λησμονείται ότι είχε προηγηθεί στη Σύρτη της Λιβύης η άσκηση «Flintlock 2026» στην οποία συμμετείχαν οι ειδικές δυνάμεις των δύο χωρών, αλλά και δυνάμεις από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και φυσικά τη Λιβύη (σ.σ. συμμετείχαν μάλιστα δυνάμεις τόσο από την κυβέρνηση της Τρίπολης όσο και από τη Βεγγάζη). Νωρίτερα τον Ιούλιο, Τουρκία και Αίγυπτος ξεκίνησαν επίσης την άσκηση «Golden Eagle 2026» σε αιγυπτιακή βάση. Πως θα έπρεπε να ερμηνευθούν οι τελευταίες εξελίξεις από την Αθήνα; Oπως σημειώνει, μιλώντας στο «Protagon», ο Γιώργος Τζογόπουλος, Senior Fellow στο Ελληνικό Iδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), «η εξωτερική πολιτική των κρατών βασίζεται σε συμφέροντα τα οποία ίσως μεταβάλλονται ανά διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η Τουρκία και η Αίγυπτος φαίνεται πως έχουν επιλύσει ένα σημαντικό τμήμα των διαφορών τους και πλέον δίνουν προτεραιότητα σε συνέργειες ακόμα και στον αμυντικό τομέα». Κατά τον ίδιο, «η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να στηρίζεται στην ψευδαίσθηση πως άλλες χώρες όπως η Αίγυπτος, με τις οποίες καλλιεργεί καλές σχέσεις και πράττει ορθά, θα υπερασπίζονται τις θέσεις της Ελλάδας ή της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι τρίτων. Το παράδειγμα της βελτίωσης των σχέσεων Αιγύπτου – Τουρκίας κλονίζει την εν λόγω ψευδαίσθηση. Θα είναι χρήσιμο για την ελληνική πλευρά», καταλήγει, «να αντιλαμβάνεται γιατί άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, αναζητούν και θα αναζητούν τρόπους συνεργασίας με την Τουρκία παρά τις διαφορές τους». Το πρόβλημα για την Αθήνα είναι ότι το τρέχον γεωπολιτικό σκηνικό «σκληρής ισχύος» ευνοεί χώρες όπως η Τουρκία, που αξιοποιούν πλεονεκτήματα όπως μία ακμάζουσα αμυντική βιομηχανία ως σοβαρά διπλωματικά όπλα. Η ελληνική πλευρά εμφανίζεται κάπως φοβική και παρά τη δημόσια ρητορική που εκπέμπεται από το υπουργείο Εξωτερικών, η προβολή της εικόνας ενός «πόλου σταθερότητας» δεν μοιάζει αρκετή. Απαιτούνται, όπως σημειώνουν ενημερωμένες πηγές, πιο οργανωμένες προσπάθειες, όπως αυτή που έχει ξεκινήσει σε σχέση με τη Λιβύη. Το βασικότερο πρόβλημα είναι να αποκτήσει η Τουρκία ευρύτερο ρόλο στη μεσανατολική σκακιέρα σε συνδυασμό με την αντιπαράθεσή της με το (σήμερα απομονωμένο) Ισραήλ, σημείο το οποίο έχουμε ήδη αναδείξει. Σε αυτό το πλαίσιο, η υποβάθμιση της τουρκοαιγυπτιακής προσέγγισης δεν ωφελεί – αντίθετα προβληματίζει. Ακολούθησε το Protagon στο Google News Πρόσθεσε το Protagon ως προτιμώμενη πηγή στη Google
