«Βρε, πως αλλάζουν οι καιροί…» θα μπορούσε να πει κανείς βλέποντας την Ελλάδα όχι μόνο να πληρώνει τα χρέη της, αλλά να δανείζεται φθηνότερα από τη Γαλλία, την Ιταλία ακόμη και από τις ΗΠΑ, την ώρα που στις διεθνείς αγορές πνέουν «μποφόρ» λόγω των πολέμων, της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού που δεν φαίνεται να έχουν τέλος. Ομως το μεγαλύτερο πρόβλημα της νέας κρίσης χρέους είναι οι «αδύναμες κυβερνήσεις» στον ευρωπαϊκό χώρο που δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις στα τεράστια κοινωνικά προβλήματα που προκαλούν η ακρίβεια, η αύξηση του κόστους δανεισμού αλλά και η κούρσα των εξοπλισμών που έχουν κόστος. Στις 2 Σεπτεμβρίου, κορυφαίες πηγές επισήμαιναν στο Protagon ότι δύο μεγάλες οικονομίες της ΕΕ – Γαλλία και Ιταλία – θα βρεθούν σε δεινή θέση, καθώς: -η απόδοση στο γαλλικό δεκαετές ομόλογο ανέβηκε στο 4,08% και στο ιταλικό στο 4,06%. Μάλιστα και οι δύο δανείζονται ακριβότερα από την Ελλάδα όπου η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου βρίσκεται στο 3,91%. Την ίδια περίοδο το γερμανικό Bund άγγιξε το 3,27%, υψηλό δεκαπενταετίας, καθώς η γερμανική οικονομία μπορεί να μην αντιμετωπίζει πρόβλημα χρέους ή ελλειμμάτων, αλλά βρίσκεται ουσιαστικά σε στασιμότητα. Σαράντα ημέρες μετά η κατάσταση έχει επιδεινωθεί, οι προβλέψεις βγήκαν αληθινές και την περασμένη Πέμπτη η απόδοση στο γερμανικό Bud ξεπέρασε το 3,5%. Την ίδια ημέρα η Γαλλία μπορούσε να δανειστεί με 4,92%, η Ιταλία με 4,60% και η Ελλάδα με 4,41%. Για να φτάσει όμως η Ελλάδα εδώ στηρίχθηκε σε μια ολόκληρη στρατηγική διαχείρισης του δημοσίου χρέους το οποίο παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που ξεκίνησε μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου από τον τότε επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) Στέλιου Παπαδόπουλου (στέλεχος σήμερα της J.P.Morgan) και το διάδοχο του Δημήτρη Τσάκωνα ο οποίος είναι «γέννημα θρέμμα» του Οργανισμού. Ο κ. Τσάκωνας είναι πτυχιούχος Μαθηματικός, απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, κάτοχος Μεταπτυχιακού του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών στην Χρηματοοικονομική και Τραπεζική και υπηρετεί επί σειρά ετών ως μόνιμος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών. Μια ομιλία του κ. Τσάκωνα την περασμένη Πέμπτη σε φόρουμ τεχνοκρατών στην Αθήνα έχει τη σημασία της καθώς ο επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα πρέπει να βγαίνει προσεκτικά, ακόμη και στις ταραγμένες αγορές, για να διαμορφώσει τις καμπύλες αποδόσεων των ελληνικών τίτλων. Αυτό είναι απαραίτητο για το μέλλον όταν κάποια στιγμή ολόκληρο το ελληνικό χρέος θα διαπραγματεύεται και θα αναχρηματοδοτείται εξολοκλήρου από τις αγορές. Βέλγιο ο «αδύναμος κρίκος» Βέβαια ο κ. Τσάκωνας αναφέρθηκε και στο χρέος του Βελγίου για να αναδείξει (προφανώς) ότι πέρα από το ύψος του δημοσίου χρέους σημασία έχει η μέση διάρκεια των ομολόγων και οι ανάγκες αναχρηματοδότησης ανά έτος. Το χρέος του Βελγίου καταγράφει ανοδική τροχιά, έχοντας ανέλθει στο 107,9% του ΑΕΠ , ενώ με βάση τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου αναμένεται να αγγίξει το 109,2% έως 111,3% του ΑΕΠ . Η χώρα βρίσκεται υπό στενή δημοσιονομική επιτήρηση, καθώς εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ελλείμματα στην Ευρωζώνη (στο 5,2% του ΑΕΠ). Το μεγάλο όμως πρόβλημα είναι ότι η μέση διάρκεια λήξεων ομολόγων είναι κάτω από 10 έτη που σημαίνει ότι το 2027 (και κάθε χρόνο) το Βέλγιο πρέπει να δανείζεται από τις αγορές μεγάλα ποσά επί του συνολικού χρέους, γεγονός που οδηγεί στην περαιτέρω αύξηση του κόστους δανεισμού και στην αύξηση των ελλειμάτων. Φαύλος κύκλος, δηλαδή…. Η τρέχουσα απόδοση του 10ετούς βελγικού ομολόγου (αναφοράς) κυμαίνεται στο 4,31% – 4,34% , καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 14 ετών λόγω του γενικευμένου sell-off και της νευρικότητας που επικρατεί στις ευρωπαϊκές αγορές Αντίστοιχα η Γαλλία πρέπει να δανείζεται τεράστια ποσά για την αναχρηματοδότηση του δημοσίου χρέους των 3,6 τρισ. ευρώ. Το 2027 θα χρειαστεί να δανειστεί πάνω από 340 δισ. ευρώ(!) Αίσθημα ασφάλειας Η Ελλάδα, όμως, μπορεί και αισθάνεται ασφαλής καθώς εν μέσω κρίσης οι ανάγκες αναχρηματοδότησης είναι περιορισμένες και θα κινηθούν μεταξύ 7 και 9 δισ. ευρώ για το 2027 καθώς τα δύο τρίτα περίπου του δημοσίου χρέους δεν διαπραγματεύεται στις αγορές ενώ η μέση διάρκεια λήξης των ομολόγων είναι πάνω από τα 17 έτη. Οι τρείς λόγοι της κρίσης Οι κύριοι παράγοντες που διατηρούν τις αποδόσεις των ομολόγων διεθνώς σε υψηλά επίπεδα είναι: Η αναθεώρηση των προσδοκιών των αγορών για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής (αυξήσεις επιτοκίων) από τις κεντρικές τράπεζες και του πληθωρισμού. Οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για τη διακράτηση κρατικών τίτλων μεγάλης διάρκειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 5,29% στις 6 Οκτωβρίου, επίπεδο που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και επηρεάζει άμεσα το παγκόσμιο κόστος κεφαλαίου διατήρηση των αποδόσεων σε υψηλά επίπεδα. Η χρηματοδότηση υψηλότερων αμυντικών δαπανών, επενδύσεων σε υποδομές και δράσεων ενεργειακής ασφάλειας αυξάνει τον όγκο νέων κρατικών εκδόσεων ομολόγων στις αγορές. Η επενδυτική επιτάχυνση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη (TN) εξελίσσεται σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους διαρθρωτικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Η κατασκευή κέντρων δεδομένων, η παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών, οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές και η ανάπτυξη δικτύων υψηλής υπολογιστικής ισχύος δημιουργούν πρωτοφανείς ανάγκες χρηματοδότησης οδηγώντας σε μεγαλύτερη αύξηση του εταιρικού χρέους. Η Ελλάδα αμύνεται Σε αυτές τις συνθήκες ο ΟΔΔΗΧ προχώρησε σε μια ακόμη κίνηση ελάφρυνσης του χρέους, αποπληρώνοντας πρόωρα δάνεια ύψους 2,5 δισ. ευρώ προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), χρησιμοποιώντας έσοδα από την επαναϊδιωτικοποίηση ελληνικών τραπεζών που είχαν λάβει προηγουμένως στήριξη από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Συνολικά, μέχρι το τέλος του έτους, το σχέδιο προβλέπει την αποπληρωμή δανείων από τα προγράμματα διάσωσης συνολικού ύψους 12,8 δισ. ευρώ. Με τις κινήσεις αυτές (και παρά την άνοδο των επιτοκίων του νέου δανεισμού λόγω της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και πληθωρισμού) το δημόσιο χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί κάτω από το 137% του ΑΕΠ το 2026 και να υποχωρήσει κοντά στο 130% του ΑΕΠ το 2027. Το υπολειπόμενο ποσό των διακρατικών δανείων που ανέρχεται σε 31,6 δισ. ευρώ θα αποπληρωθεί πρόωρα έως το 2031, δηλαδή μια δεκαετία νωρίτερα από την κανονική λήξη των δόσεων το έτος 2041. Το κυριότερο όμως είναι ότι η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει τον κίνδυνο επιτοκίου αλλά και τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης του χρέους και συμβάλλει στην περαιτέρω βελτίωση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Νέα βάρη από τους εξοπλισμούς Ποιος όμως είναι ο παράγοντας που επιβαρύνει χρόνο με το χρόνο το ελληνικό χρέος; Το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από το κόστος των νέων εξοπλισμών που κατέστη αναγκαίο λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή (και των συνεχών απειλών από τη γείτονα Τουρκία), αλλά και της πίεσης Τραμπ να αυξηθεί η συμμετοχή των κρατών μελών του ΝΑΤΟ στις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ ετησίως. Πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο πολυετές πρόγραμμα που ξεκίνησε με τις αγορές των Rafale και των φρεγατών Behlara από τη Γαλλία, των αναβαθμισμένων F16 και την παραγγελία των F 35 από τις ΗΠΑ και θα διαρκέσει μέχρι το 2037. Και αυτό το εξοπλιστικό πρόγραμμα που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, έχει τεράστιο πρόσθετο κόστος στον προϋπολογισμό του κράτους και απευθείας στο δημόσιο χρέος, καθώς οι πληρωμές κατανέμονται σε βάθος χρόνου και καταλογίζονται στις δαπάνες και το χρέος (συνήθως έτσι αποπληρώνονται οι δόσεις) την ημέρα της παραλαβής των όπλων. Επιπλέον 28 δισ. για εξοπλισμούς έως το 2037 Για την ακρίβεια ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός αμυντικών εξοπλισμών (ΜΠΑΕ), με τελευταίες πράξεις την υπογραφή σύμβασης για την προμήθεια δυο φρεγατών από την Ιταλία και όλο τον εξοπλισμό από το Ισραήλ για τον αντιπυραυλικό θόλο πάνω από την επικράτεια, τη λεγόμενη «Ασπίδα του Αχιλλέα», καλύπτει την περίοδο από το 2025 έως το 2037. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, οι πρόσθετες δαπάνες και η άμεση επιβάρυνση στο δημόσιο χρέος για τα επόμενα 12 χρόνια έχει προϋπολογισθεί ότι κινούνται μεταξύ 2 και 2,5 δισ. ευρώ ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι το εξοπλιστικό πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί με 25-28 δισ. ευρώ πέραν των 15 δισ. ευρώ που έχουν ήδη διατεθεί από το 2020 έως σήμερα. Τα 4 δισ. της συμφωνίας με τον Ρούμπιο Σύμφωνα με το Reuters η συμφωνία Αθήνας και Ουάσινγκτον, που επισφραγίστηκε με την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα, ανέρχεται σε 4 δισ. δολάρια για την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών αεροσκαφών F-16 και την αγορά προηγμένων πυραύλων από τις ΗΠΑ. Πύραυλοι για F-16 Viper, F-35 και Black Hawk «Η συμφωνία περιλαμβάνει νέους προηγμένους πυραύλους και βόμβες για τα μαχητικά F-16 Viper και F-35, καθώς και για τα ελικόπτερα Black Hawk. Περιλαμβάνει επίσης την αναβάθμιση παλαιότερων μαχητικών F-16 στην έκδοση Viper». Υπενθυμίζεται πως η Ελλάδα συμφώνησε το 2024 να αγοράσει 20 μαχητικά αεροσκάφη F-35 της Lockheed Martin και 35 ελικόπτερα Sikorsky UH-60M Black Hawk. Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η αναβάθμιση περίπου 82 μαχητικών F-16 στην έκδοση Viper, ενώ η Αθήνα επιθυμεί να αναβαθμίσει ακόμη 37 αεροσκάφη F-16 Block 50 στο ίδιο επίπεδο, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων. Ακολούθησε το Protagon στο Google News Πρόσθεσε το Protagon ως προτιμώμενη πηγή στη Google
