«Την εποχή του παππού μου, το know-how ήταν πολύ σημαντικό. Τώρα, σημαντικό είναι το know-who». Η φράση που χρησιμοποίησε ο Τουρχάν Μίλντον μιλώντας στο Forbes Türkiye περιγράφει εύστοχα την πορεία του. Ο Τούρκος επιχειρηματίας, που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της αμερικανικής δημοσιότητας μετά τον γάμο του με την Αλίνα Χάμπα, πρώην προσωπική δικηγόρο και στενή σύμμαχο του Ντόναλντ Τραμπ, έχει κινηθεί μέσα σε λίγα χρόνια ανάμεσα σε τρία διαφορετικά κέντρα ισχύος: το περιβάλλον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τη Βενεζουέλα του Νικολάς Μαδούρο και, πλέον, το Trumpworld. Πίσω από αυτή τη διαδρομή βρίσκονται μεγάλα κρατικά έργα στο Κονγκό, συμβάσεις για τσιμεντοβιομηχανίες και δραστηριότητες στον κλάδο της γαρίδας στη Βενεζουέλα, σχέσεις με τον Άλεξ Σάαμπ και επαφές με ανθρώπους που χειρίστηκαν το κανάλι Ουάσινγκτον–Καράκας. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Η ιστορία του, όμως, ξεκινά από την Τουρκία. Οι Γκιουρσόι και η σύνδεση με το περιβάλλον Ερντογάν Ο Μίλντον είναι εκπρόσωπος της τρίτης γενιάς της οικογένειας πίσω από τη Miller Holding. Το 2021 παντρεύτηκε την Μπετούλ Γκιουρσόι, κόρη του Αμπντουραχμάν Γκιουρσόι, μέλους της οικογένειας πίσω από τον Gürsoy Grup. Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι ο αδελφός του Αμπντουραχμάν, Χασάν Γκιουρσόι, είναι παλιός συμμαθητής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Gürsoy Grup έχει συνδεθεί με μεγάλα δημόσια έργα στην Τουρκία, μεταξύ αυτών και το Τζαμί Τσαμλιτζά της Κωνσταντινούπολης. Ο γάμος του Μίλντον με την Μπετούλ Γκιουρσόι έληξε το 2024. Σε συνέντευξή του στο κονγκολέζικο Ouragan, δήλωσε ότι το 2021 γνώρισε στην Κωνσταντινούπολη τον πρόεδρο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό Φέλιξ Τσισεκέντι «χάρη στον πρόεδρο της χώρας μου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν». Σύμφωνα με τον ίδιο, εκεί παρουσίασε τα σχέδιά του στον Κονγκολέζο πρόεδρο. Ακολούθησε η μεγάλη επέκταση της Milvest στο Κονγκό. Ο Μίλντον μίλησε για 14 έργα σε συνεργασία με την κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων το Οικονομικό Κέντρο της Κινσάσα, συνεδριακές εγκαταστάσεις, δρόμοι και κατοικίες. Το Οικονομικό Κέντρο κόστισε περίπου 290 εκατ. δολάρια, ενώ αργότερα η εταιρεία ενεπλάκη και σε σχέδια για τον εκσυγχρονισμό του αεροδρομίου της Κινσάσα, project ύψους 1,2 δισ. δολαρίων. Η έκταση των συμβάσεων προκάλεσε ερωτήματα στο Κονγκό σχετικά με τη χρηματοδότηση και το ύψος των ιδίων κεφαλαίων που είχαν τοποθετηθεί στα έργα. Ο Μίλντον απέρριψε υποψίες για αθέμιτες σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη. Ο Τούρκος επιχειρηματίας, η είσοδος στη Βενεζουέλα και ο Άλεξ Σάαμπ Στα τέλη του 2023 ο Τούρκος επιχειρηματίας άρχισε να δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα. Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι οι νομικοί του σύμβουλοι τον προειδοποίησαν να μείνει μακριά από το πετρέλαιο και άλλους τομείς που επηρεάζονταν άμεσα από τις αμερικανικές κυρώσεις. Έτσι στράφηκε στο τσιμέντο. Στο Καράκας ήρθε σε επαφή με τον Άλεξ Σάαμπ, έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Νικολάς Μαδούρο. Ο Σάαμπ είχε κρατηθεί στις ΗΠΑ και, μετά την επιστροφή του στη Βενεζουέλα, ανέλαβε το υπουργείο Βιομηχανίας. Τον Μάρτιο του 2025 η Vencement, εταιρεία του ομίλου Μίλντον, απέκτησε συμφωνία για τη λειτουργία και αναβάθμιση κρατικών μονάδων παραγωγής τσιμέντου. Η πλευρά Μίλντον υποστηρίζει ότι η συμφωνία προέκυψε μέσω ανταγωνιστικής διαδικασίας με περισσότερους υποψηφίους και ότι η σχέση με τον Σάαμπ ήταν αποκλειστικά επαγγελματική. Πηγές που επικαλέστηκαν αμερικανικά δημοσιεύματα περιέγραψαν, πάντως, λιγότερο τυπικό τρόπο διάθεσης κρατικών περιουσιακών στοιχείων επί Μαδούρο. Η δραστηριότητα του Μίλντον επεκτάθηκε σύντομα και στις εξαγωγές γαρίδας. Στο επίκεντρο βρέθηκε η Grupo Lamar, μεγάλη επιχείρηση του κλάδου που είχε περάσει υπό κρατικό έλεγχο αφού ο ιδρυτής της, Χοσέ Ενρίκε Ρινκόν, κατηγορήθηκε από τις αρχές ότι χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Δραστηριότητες συνδεδεμένες με τον όμιλο πέρασαν στη Xia Caribe Mar, εταιρεία που έχει συνδεθεί με τα επιχειρηματικά συμφέροντα του Μίλντον. Η προηγούμενη διοίκηση της Grupo Lamar κατήγγειλε μεγάλη πτώση της παραγωγής και απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας μετά την κρατική επέμβαση. Οι αριθμοί αυτοί προέρχονται από την ίδια την εταιρεία και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Την ίδια περίοδο, οι προσωπικές σχέσεις του Μίλντον τον έφερναν ακόμη πιο κοντά στο σύστημα εξουσίας της Βενεζουέλας. Ο Τούρκος και ο αρραβώνας με την κόρη ανθρώπου του Μαδούρο Τον Ιούνιο του 2025 ο Μίλντον αρραβωνιάστηκε τη Μαρία Εουχένια Σεμπάγιος, κόρη του ναυάρχου Ρεμίχιο Σεμπάγιος, πρώην υπουργού Εσωτερικών και υψηλόβαθμου στελέχους του μηχανισμού Μαδούρο, ο οποίος είχε τεθεί υπό αμερικανικές κυρώσεις. Ο εκπρόσωπος του Μίλντον έχει επιβεβαιώσει τον αρραβώνα. Η σχέση έληξε και δεν κατέληξε σε γάμο. Την ίδια εποχή ο Τούρκος επιχειρηματίας είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσει επαφές και με Ρεπουμπλικανούς στις ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών ήταν ο Ρίτσαρντ Γκρένελ, στενός συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ και πρόσωπο με κρίσιμο ρόλο στις επαφές της Ουάσινγκτον με το Καράκας. Σύμφωνα με την έρευνα των New York Times που αναπαρήγαγαν τουρκικά μέσα, ο Μίλντον φέρεται να συμμετείχε και στη μεταφορά μηνυμάτων ανάμεσα σε ανθρώπους του καθεστώτος της Βενεζουέλας και πρόσωπα του Trumpworld. Έτσι, πριν ακόμη γνωρίσει την Αλίνα Χάμπα, βρισκόταν σε μια ασυνήθιστη θέση: είχε επιχειρηματικά συμφέροντα που είχαν αναπτυχθεί επί Μαδούρο και σχέσεις με τον Άλεξ Σάαμπ, αλλά ταυτόχρονα πρόσβαση σε Ρεπουμπλικανούς που χειρίζονταν τη σχέση με τη Βενεζουέλα. Μετά την ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών στη Βενεζουέλα το 2026, η κυβέρνηση υπό την Ντέλσι Ροντρίγκες άρχισε να επανεξετάζει συμφωνίες της προηγούμενης περιόδου. Ανάμεσά τους ήταν και οι συμβάσεις του Μίλντον για τις τσιμεντοβιομηχανίες. Οι νέες αρχές υποστήριξαν ότι δεν είχαν επιτευχθεί οι προβλεπόμενοι στόχοι παραγωγής και επενδύσεων, ενώ υπήρχαν παράπονα εργολάβων για οικονομικές υποχρεώσεις που δεν είχαν τακτοποιηθεί. Τον Ιούνιο κινήθηκε διαδικασία για τον τερματισμό της συμφωνίας. Την ίδια περίοδο ο Μίλντον είχε αρχίσει να βγαίνει με την Αλίνα Χάμπα, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες νομικές και πολιτικές συμμάχους του Ντόναλντ Τραμπ. Η σχέση με τη Χάμπα και η απόφαση που φέρεται να «πάγωσε» Σύμφωνα με πρόσωπα με γνώση των συζητήσεων στο Καράκας που επικαλέστηκαν οι New York Times, όταν έγινε γνωστό ότι η σχέση Μίλντον–Χάμπα είχε σοβαρέψει, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας επανεξέτασε τον χειρισμό των συμβάσεών του και η εφαρμογή της απόφασης για τον τερματισμό τους φέρεται να ανεστάλη. Δεν έχει παρουσιαστεί απόδειξη ότι η Χάμπα παρενέβη υπέρ του Μίλντον. Η ίδια το έχει αρνηθεί κατηγορηματικά, δηλώνοντας ότι δεν έχει εμπλακεί ποτέ με τον Λευκό Οίκο ή την κυβέρνηση για λογαριασμό του συζύγου της. Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι δεν είχε συζητήσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες με τον πρόεδρο ή κορυφαία κυβερνητικά στελέχη. Η σημασία της σχέσης βρίσκεται, επομένως, στην αντίληψη που φέρεται να δημιουργήθηκε στο Καράκας: ότι ο Μίλντον είχε πλέον προσωπική πρόσβαση σε έναν άνθρωπο εξαιρετικά κοντά στον Τραμπ. Οι New York Times ανέφεραν επίσης, επικαλούμενοι αμερικανικές πηγές, ότι σε κυβερνητικές συζητήσεις είχε τεθεί το ενδεχόμενο κυρώσεων εις βάρος του Μίλντον λόγω των σχέσεών του με το καθεστώς Μαδούρο. Η πλευρά του επιχειρηματία χαρακτήρισε την πληροφορία «εντελώς ψευδή και κακόβουλη φήμη», ενώ Αμερικανός αξιωματούχος αμφισβήτησε ότι υπήρξε επίσημη διαδικασία επιβολής κυρώσεων. Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι η σχέση με τη Χάμπα προστάτευσε τον Μίλντον από κυρώσεις ή εξασφάλισε τις συμβάσεις του. Ο Τούρκος επιχειρηματίας και ο γάμος στο Waldorf Astoria Τον Σεπτέμβριο ο Μίλντον και η Χάμπα παντρεύτηκαν στη Νέα Υόρκη. Στη δεξίωση στο Waldorf Astoria βρέθηκαν κορυφαία πρόσωπα του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού και του περιβάλλοντος Τραμπ, μεταξύ αυτών ο Τοντ Μπλανς, ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ και ο νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου Γουίλ Σαρφ. Η Χάμπα άλλαξε το επώνυμό της σε «Alina Mildon» στον λογαριασμό της στο X, αν και σε άλλες πλατφόρμες συνέχισε να χρησιμοποιεί το επώνυμο Χάμπα. Η διαδρομή του Μίλντον είναι δύσκολο να αγνοηθεί: πρώτα η οικογενειακή σύνδεση με τους Γκιουρσόι και η γνωριμία με τον Τσισεκέντι μέσω Ερντογάν, στη συνέχεια ο Άλεξ Σάαμπ, οι κρατικές βιομηχανίες και οι επιχειρηματικές συμφωνίες στη Βενεζουέλα και, τέλος, οι επαφές με τον Γκρένελ και ο γάμος με μία από τις πιο γνωστές προσωπικότητες του Trumpworld. Όλα αυτά δείχνουν ότι ο Τούρκος επιχειρηματίας έχει καταφέρει επανειλημμένα να βρίσκεται κοντά στα σημεία όπου συναντώνται πολιτική εξουσία, διπλωματία και μεγάλα κρατικά συμβόλαια.
