Νέα στοιχεία για τη μακροχρόνια συνεργασία του Ισραήλ με το Κατάρ, με στόχο τη χρηματοδότηση της Λωρίδας της Γάζας και κατ΄επέκταση της Χαμάς, φέρνει στο φως το περιοδικό TIME , αποκαλύπτοντας ότι η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε πολύ πιο ενεργό ρόλο στη διαδικασία από ό,τι έχει παραδεχθεί δημοσίως. Τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων επιστολές υψηλόβαθμων Ισραηλινών αξιωματούχων προς την ηγεσία του Κατάρ, καταδεικνύουν ότι το Ισραήλ όχι μόνο ενέκρινε, αλλά ενθάρρυνε και διευκόλυνε τη μεταφορά χρημάτων προς τη Γάζα για περισσότερα από δέκα χρόνια. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Η χρηματοδότηση έρχεται στο επίκεντρο καθώς πλησιάζουν οι κρίσιμες εκλογές στο Ισραήλ, καθώς οι επικριτές του Νετανιάχου τον κατηγορούν ότι μέσω αυτής συνέβαλε στη διατήρηση της Χαμάς στην εξουσία και στην ενίσχυση της δυνατότητάς της να πραγματοποιήσει την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου του 2023. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ο Νετανιάχου σε παλαιότερες ομιλίες του είχε ταχθεί υπέρ της διατήρησης της Χαμάς στην εξουσία, υποστηρίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται η προώθηση του σχεδίου για ένα ενιαίο παλαιστινιακό κράτος για δύο λόγους: Πρώτον η παραμονή της Χαμάς στην εξουσία της Γάζας ενίσχυε τον διχασμό Χαμάς (Γάζα) και Φατάχ (Δυτική Όχθη) και δεύτερον η Χαμάς αναγνωριζόταν ως τρομοκρατική οργάνωση και όχι ως εκπρόσωπος των Παλαιστινίων, άρα δεν μπορούσε να υποστηρίξει διεθνώς ένα αίτημα για Παλαιστινιακό κράτος. Σχεδόν 2 δισ. δολάρια σε μια δεκαετία Η οικονομική βοήθεια του Κατάρ προς τη Γάζα ξεκίνησε το 2007, όταν η Χαμάς ανέλαβε τον έλεγχο του παλαιστινιακού θύλακα. Αρχικά, επί πρωθυπουργίας Εχούντ Ολμέρτ, το Ισραήλ δεν συμμετείχε άμεσα στις μεταφορές χρημάτων. Η κατάσταση άλλαξε το 2012, όταν η κυβέρνηση Νετανιάχου ενέκρινε έναν μηχανισμό που προέβλεπε ενεργό ισραηλινή συμμετοχή στη διανομή της βοήθειας. Οι ισραηλινές αρχές συνέβαλλαν στη μεταφορά τροφίμων και φαρμάκων, καθόριζαν ποια παλαιστινιακά νοικοκυριά δικαιούνταν οικονομική ενίσχυση και διευκόλυναν τη χρηματοδότηση της ηλεκτροδότησης της Γάζας. Μέχρι το 2018, το Κατάρ είχε διαθέσει περίπου 1,1 δισ. δολάρια, ενώ οι συνολικές χρηματοδοτήσεις σε βάθος δεκαετίας προσέγγισαν τα 2 δισ. δολάρια. Ισραηλινοί αξιωματούχοι κατηγορούσαν δημοσίως το Κατάρ ότι χρηματοδοτούσε τη Χαμάς. Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις μίλησαν στο Time, οι ίδιοι αξιωματούχοι ζητούσαν παρασκηνιακά από την Ντόχα να συνεχίσει τις πληρωμές. Η αντίφαση αυτή προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια της καταριανής κυβέρνησης, η οποία από το 2018 άρχισε να απαιτεί γραπτές αποδείξεις για τη συμμετοχή και τη συναίνεση του Ισραήλ. Οι επιστολές που αποκαλύπτουν τη συνεργασία Ένα από τα σημαντικότερα έγγραφα που εξασφάλισε το TIME είναι επιστολή του 2020 από τον τότε επικεφαλής της Μοσάντ, Γιόσι Κοέν, προς τον εμίρη του Κατάρ, Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι. Στην επιστολή, ο Κοέν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του Ισραήλ για την ανθρωπιστική βοήθεια που παρείχε το Κατάρ στη Γάζα, υπογραμμίζοντας ότι είχε συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και στη διατήρηση της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε επιστολή του Ρ. Λ. Μαόζ, μέλους του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, επίσης το 2020. Εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, ο Ισραηλινός αξιωματούχος ζητούσε να συνεχιστούν οι χρηματοδοτήσεις μέσω του υφιστάμενου μηχανισμού και να μη χρησιμοποιηθούν άλλοι μεσάζοντες. Τα συγκεκριμένα έγγραφα αποτυπώνουν την επιμονή της κυβέρνησης Νετανιάχου στη διατήρηση της οικονομικής βοήθειας, ακόμη και όταν η ίδια ασκούσε δημόσια κριτική στο Κατάρ. Πώς λειτουργούσε ο μηχανισμός χρηματοδότησης Το 2018 η διαδικασία επισημοποιήθηκε μέσω τριμερούς συνεργασίας ανάμεσα στο Ισραήλ, το Κατάρ και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Στις 2 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς υπογράφηκε συμφωνία για τη χρηματοδότηση προμηθειών καυσίμων στη Γάζα. Το Κατάρ πλήρωνε για καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια που αγοράζονταν από το Ισραήλ, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούσε έργα μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Τον Αύγουστο του 2021 συμφωνήθηκε επιπλέον πρόγραμμα ύψους 40 εκατ. δολαρίων, το οποίο προέβλεπε την καταβολή 100 δολαρίων τον μήνα σε σχεδόν 100.000 παλαιστινιακά νοικοκυριά, αρχικά για τέσσερις μήνες. Οι ισραηλινές αρχές έλεγχαν τους δικαιούχους, ενώ η διανομή πραγματοποιούνταν μέσω του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος. Οι οικογένειες ενημερώνονταν με γραπτό μήνυμα για την παραλαβή της βοήθειας. Ωστόσο, υπήρξε και μια ιδιαίτερα «σκοτεινή» πρακτική. Το 2018, όταν ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς περιόρισε τις πληρωμές προς δημόσιους υπαλλήλους στη Γάζα, Ισραηλινοί αξιωματούχοι ασφαλείας διευκόλυναν τη μεταφορά καταριανών μετρητών μέσα σε βαλίτσες. Η πρακτική προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της κυβέρνησης, με τον τότε υπουργό Παιδείας Ναφτάλι Μπένετ να χαρακτηρίζει τις πληρωμές «χρήματα προστασίας». Ο στρατηγικός υπολογισμός του Νετανιάχου Σύμφωνα με επικριτές του Ισραηλινού πρωθυπουργού, η διατήρηση της Χαμάς στην εξουσία στη Γάζα αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής στρατηγικής. Η ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών παλαιστινιακών κέντρων εξουσίας – της Χαμάς στη Γάζα και της Φατάχ του Μαχμούντ Αμπάς στη Δυτική Όχθη – εμπόδιζε τη συγκρότηση ενιαίας παλαιστινιακής ηγεσίας, ικανής να διαπραγματευτεί τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Jerusalem Post, ο Νετανιάχου είχε υποστηρίξει σε συνεδρίαση του Λικούντ (του κόμματός του) το 2019 ότι όσοι επιθυμούν να αποτρέψουν τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους πρέπει να υποστηρίζουν την ενίσχυση της Χαμάς και τη μεταφορά χρημάτων προς αυτήν. Ο ίδιος αρνήθηκε αργότερα ότι έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση. Σε συνέντευξή του στο TIME το 2024, υποστήριξε ότι οι χρηματοδοτήσεις αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην αποτροπή ανθρωπιστικής καταστροφής. Χωρίς οικονομική βοήθεια, εξήγησε, οι υποδομές ύδρευσης, αποχέτευσης και εκπαίδευσης θα κατέρρεαν, δημιουργώντας συνθήκες χάους και εξάπλωσης ασθενειών. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η στρατιωτική ενίσχυση της Χαμάς προερχόταν κυρίως από το Ιράν, μέσω διαφορετικών διαύλων. Σύμφωνα με αξιωματούχους που συμμετείχαν στις παρασκηνιακές διεργασίες, η συνέχιση των χρηματοδοτήσεων είχε τη στήριξη διαδοχικών ισραηλινών κυβερνήσεων αλλά και των αμερικανικών κυβερνήσεων Τραμπ και Μπάιντεν, των Ηνωμένων Εθνών και ευρωπαϊκών κρατών. Ωστόσο, ορισμένοι από τους συμμετέχοντες αναγνώριζαν μια θεμελιώδη αδυναμία: τόσο το Ισραήλ όσο και η Χαμάς μπορούσαν να χρησιμοποιούν τον έλεγχο της βοήθειας ως μέσο πολιτικής πίεσης, αφήνοντας τους αμάχους εξαρτημένους από τις αποφάσεις τους. Οι τελευταίες ενέργειες πριν από την 7η Οκτωβρίου Το 2023, καθώς οι εντάσεις αυξάνονταν, το Κατάρ πρότεινε έναν διαφορετικό μηχανισμό που θα επέτρεπε την απευθείας ενίσχυση των πολιτών, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από το Ισραήλ και τη Χαμάς. Η κυβέρνηση Νετανιάχου, ωστόσο, επέμεινε στη διατήρηση του υπάρχοντος συστήματος. Δύο εβδομάδες πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Νταβίντ Μπαρνέα, επισκέφθηκε την Ντόχα ζητώντας την ανανέωση της χρηματοδότησης. Οι Καταριανοί συμφώνησαν, προειδοποιώντας όμως ότι επρόκειτο για την τελευταία παράταση. Ο Μπαρνέα ζήτησε ακόμη δύο μήνες, με το επιχείρημα ότι η συνέχιση της βοήθειας θα λειτουργούσε ως μέσο αποτροπής επιθετικών ενεργειών από τη Χαμάς. Η λογική ήταν ότι η οργάνωση, έχοντας κάτι να χάσει από μια ενδεχόμενη σύγκρουση, θα απέφευγε την κλιμάκωση. Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 1.200 άνθρωποι και απήχθησαν άλλοι 251, ανέτρεψε πλήρως αυτόν τον υπολογισμό και οδήγησε στον τερματισμό του συγκεκριμένου μηχανισμού. Και σκάνδαλο Qatargate Η κυβέρνηση του Κατάρ απορρίπτει τις κατηγορίες ότι χρηματοδότησε τη στρατιωτική δράση της Χαμάς. Εκπρόσωπός της δήλωσε στο TIME ότι η οικονομική βοήθεια προοριζόταν αποκλειστικά για Παλαιστίνιους πολίτες και διανεμόταν μέσω μηχανισμών που είχαν συμφωνηθεί με το Ισραήλ και διεθνείς οργανισμούς. Υποστήριξε μάλιστα ότι, εάν χρήματα κατέληξαν στη Χαμάς, την ευθύνη φέρουν οι ισραηλινές αρχές, οι οποίες επέβλεπαν τη διανομή. Παράλληλα, ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει νέες πιέσεις λόγω του σκανδάλου «Qatargate», στο πλαίσιο του οποίου νυν και πρώην συνεργάτες του φέρονται να έλαβαν χρήματα για να προωθήσουν θετική εικόνα του Κατάρ μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
