«Τραμπ vs. Wall Street: Οι 104% Δασμοί κατά της Κίνας Ρίχνουν τους Δείκτες σε Κατάρρευση»

«Τραμπ vs. Wall Street: Οι 104% Δασμοί κατά της Κίνας Ρίχνουν τους Δείκτες σε Κατάρρευση»

Δραματική Εξέλιξη στην Αγορά λόγω Δασμών

Μια ανακοίνωση και μια επιβεβαίωση από τον Λευκό Οίκο αρκούσαν για να προκαλέσουν αναταραχή στη Wall Street: Ο Ντόναλντ Τραμπ θα επιβάλει από τα μεσάνυχτα, ώρα Νέας Υόρκης, δασμούς 104% στις εισαγωγές από την Κίνα.

Το μέχρι τότε ήρεμο κλίμα της Wall Street διαταράχθηκε άμεσα, με τον S&P 500 να χάνει μέσα σε λίγα λεπτά το 4% των κερδών του. Η ανησυχία για τις συνέπειες αυτών των δασμών στις αγορές και την παγκόσμια οικονομία επανήλθε στο προσκήνιο, οδηγώντας σε τέσσερις συνεχόμενες πτωτικές συνεδριάσεις στο αμερικανικό χρηματιστήριο.

Η έντονη μεταβλητότητα που παρατηρήθηκε μετά την είδηση εξελίχθηκε σε μια δραματική πτώση κατά την τελευταία ώρα των συναλλαγών. Ο δείκτης Dow Jones έκλεισε με απώλειες 0,84%, ο S&P υποχώρησε κατά 1,47%, ενώ ο Nasdaq σημείωσε πτώση της τάξης του 2,15%.

Ποιες ήταν οι αιτίες πίσω από αυτήν την αλλαγή;

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει ότι οι δασμοί που ανακοίνωσε νωρίτερα δεν θα έπρεπε να προκαλέσουν αντίποινα από τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ· διαφορετικά θα επανερχόταν με νέους δασμούς. Η αντίδραση της Κίνας στις πρόσφατες ανακοινώσεις σχετικά με τους αμοιβαίους δασμούς ύψους 34% κατά των ΗΠΑ προκάλεσε νέα αντίδραση από τον Λευκό Οίκο και ανέβασε τη θερμοκρασία στον ήδη τεταμένο εμπορικό πόλεμο.

Οι νέοι αυτοί δασμοί του 104% σημαίνουν ότι το κόστος για τις κινεζικές εισαγωγές πρόκειται να διπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από ένα δωδεκάωρο. Παρόλο που υπάρχουν πιθανότητες συμφωνιών με σημαντικούς εμπορικούς εταίρους όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, η Κίνα παραμένει κρίσιμη για την οικονομία των ΗΠΑ.Πέρυσι το διμερές εμπόριο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ανήλθε στα 582 δισεκατομμύρια δολάρια. Αντίστοιχα, η Ιαπωνία είχε όγκο εμπορίου στα 228 δισεκατομμύρια δολάρια και η Νότια Κορέα στα 197 δισεκατομμύρια. Σημειώνεται ότι η Κίνα ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών για τις Ηνωμένες Πολιτείες το προηγούμενο έτος μετά το Μεξικό, φτάνοντας περίπου τα 439 δις δολλάρια.