Ο πόλεμος του Ιράν στη Μέση Ανατολή επιδεινώνει δραματικά τις ήδη έντονες πιέσεις στη βιομηχανία της Ευρώπης , με την εκτίναξη των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών να απειλεί την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters , η νέα κρίση έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά διαδοχικών πλήγματων, από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τους εμπορικούς δασμούς, οδηγώντας πολλές εταιρείες στα όρια των αντοχών τους. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Σε ένα λιτό γραφείο, διακοσμημένο με πλαστικές γλάστρες και συσκευασίες απορρυπαντικών, στη γερμανική χημική εταιρεία Gechem, η ιδιοκτήτρια Μαρτίνα Νάιτσβονγκερ αισθάνεται ότι τα περιθώρια επιλογών εξαντλούνται. Έπειτα από χρόνια αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πανδημίας, της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και των αυστηρών αμερικανικών δασμών, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αυξάνει εκ νέου το κόστος βασικών πρώτων υλών. «Δεν υπάρχει καμία ανάπαυλα. Κάθε χρόνο τα κέρδη μειώνονται λίγο ακόμη και στο τέλος εξαφανίζονται», δήλωσε η Νάιτσβονγκερ από το εργοστάσιο της εταιρείας στο Κλάινκαρλμπαχ, όπου πλέον πραγματοποιεί καθημερινές συσκέψεις κρίσης και εκτονώνει την έντασή της σε σάκο του μποξ. «Είναι εξουθενωτικό και δεν ξέρεις πλέον τι να κάνεις». Η Gechem, που αναμειγνύει χημικές ουσίες για προϊόντα οικιακού καθαρισμού και εμφιαλώνει υγρά φρένων για την αυτοκινητοβιομηχανία, βρίσκεται στην «πρώτη γραμμή» της νέας κρίσης που πλήττει τη βιομηχανία στην Ευρώπη, από τα χημικά και τα πλαστικά έως τα μέταλλα, τα υφάσματα και τα παιχνίδια. Παρότι οι επιπτώσεις του πολέμου στον Περσικό Κόλπο επηρεάζουν επιχειρήσεις παγκοσμίως, στην Ευρώπη το πλήγμα είναι εντονότερο, καθώς οι τιμές ενέργειας είναι ήδη υψηλότερες σε σύγκριση με άλλες περιοχές, σύμφωνα με στελέχη από τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Δανία και την Ελβετία. Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, μετά τις επιθέσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ, είχε ήδη πλήξει τις εξαγωγές πετρελαίου, πριν οι αμοιβαίες επιθέσεις σε μεγάλες εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στο Ιράν και το Κατάρ εκτοξεύσουν την τιμή του αργού σχεδόν στα 120 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή στο διπλάσιο σε σχέση με τις αρχές του 2026. Η γερμανική οικονομία ενδέχεται να υποστεί πλήγμα ύψους 40 δισ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια, εφόσον η τιμή του πετρελαίου παραμείνει στα 100 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών IW, γεγονός που καταδεικνύει πόσο ευάλωτες έχουν γίνει οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες μετά από χρόνια υψηλού ενεργειακού κόστους, έντονου ανταγωνισμού από την Κίνα και κλεισίματος εργοστασίων. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, που εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, καταγράφει από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως, στα 132 δολάρια ανά μεγαβατώρα, έναντι 48 δολαρίων στις ΗΠΑ και περίπου 120 δολαρίων κατά μέσο όρο στην ΕΕ, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. «Η Ευρώπη βρίσκεται στο στόχαστρο και δεν έχει τα περιθώρια να αντέξει ένα δεύτερο ενεργειακό σοκ σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα», δήλωσε η αναλύτρια της Swissquote, Ιπέκ Οζκαρντεσκιάγια. «Η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται να είναι οι πιο ευάλωτες». Πλήρης κατάσταση κρίσης Ιδρυθείσα το 1861, η Gechem αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του γερμανικού «Mittelstand», δηλαδή των 3,4 εκατομμυρίων μικρομεσαίων επιχειρήσεων που απασχολούν περισσότερους από 33 εκατομμύρια εργαζόμενους και παράγουν πάνω από το ήμισυ της οικονομικής δραστηριότητας της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας παγκοσμίως. Η Gechem κατέγραψε πωλήσεις 46 εκατ. ευρώ πέρυσι και απασχολεί 165 εργαζόμενους, ωστόσο έχει παγώσει τις προσλήψεις και, για πρώτη φορά μετά από δύο δεκαετίες, δεν αποκλείει απολύσεις. Σχέδια για επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ, όπως η εγκατάσταση νέας γραμμής εμφιάλωσης και η επέκταση φωτοβολταϊκής μονάδας, έχουν τεθεί σε αναμονή. Μία από τις αιτίες είναι η αύξηση κατά 20% της τιμής του σουλφαμικού οξέος, που η εταιρεία προμηθεύεται από την Ασία για χρήση σε καθαριστικά προϊόντα, γεγονός που έχει ήδη επιβαρύνει το κόστος της κατά 300.000 έως 400.000 ευρώ φέτος. Παράλληλα με τις αναταράξεις στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, επηρεάζονται και οι προμήθειες λιπασμάτων, θείου, ηλίου, αλουμινίου, πολυαιθυλενίου και άλλων κρίσιμων πρώτων υλών, λόγω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν. Το κόστος μεταφοράς έχει επίσης αυξηθεί λόγω των υψηλότερων τιμών καυσίμων. «Η κατάσταση θα πλήξει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς πολλές δεν έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν άμεσα προμηθευτές πρώτων υλών», δήλωσε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Χημικής Βιομηχανίας της Γερμανίας (VCI), Βόλφγκανγκ Γκρόσε Έντρουπ. Ακόμη και πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, ο γερμανικός Mittelstand αντιμετώπιζε σοβαρές πιέσεις. Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της χώρας, 24.064 επιχειρήσεις, κυρίως μικρές και μεσαίες, υπέβαλαν αίτηση πτώχευσης το 2025, ο υψηλότερος αριθμός από το 2014. Οι πιέσεις επεκτείνονται σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας του ευρωπαϊκού κλάδου χημικών, ύψους 635 δισ. ευρώ. Η γερμανική Lanxess, με έσοδα 5,7 δισ. ευρώ πέρυσι, ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε περικοπή 550 θέσεων εργασίας και αυξήσεις τιμών, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος Ματίας Ζάχερτ δήλωσε ότι η εταιρεία παρακολουθεί καθημερινά την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Ο επικεφαλής της Evonik, Κρίστιαν Κούλμαν, σημείωσε ότι μέρος του αυξημένου κόστους μπορεί να μετακυλιστεί στους πελάτες, όχι όμως στο σύνολό του. Η Henkel κάνει λόγο για έμμεση αύξηση των τιμών πρώτων υλών, ενώ η BASF έχει ήδη προχωρήσει σε αυξήσεις τιμών άνω του 30%. «Οι εταιρείες μας λειτουργούν πλέον σε πλήρη κατάσταση κρίσης», δήλωσε ο Γκρόσε Έντρουπ. Ανωτέρα βία και αλυσιδωτές επιπτώσεις Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται σε όλη τη βιομηχανική Ευρώπη. Ο πρόεδρος της ABB, Πίτερ Βόζερ, προειδοποίησε ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος στον Περσικό Κόλπο θα πλήξει σοβαρά την παγκόσμια οικονομία λόγω ενεργειακών ελλείψεων και αυξήσεων τιμών. «Βραχυπρόθεσμα, επιχειρήσεις που βασίζονται στο φυσικό αέριο ενδέχεται ακόμη και να διακόψουν την παραγωγή τους», σημείωσε. Στη Γαλλία, ο επικεφαλής της Elydan, Μαρκ-Αντουάν Μπλεν, ανέφερε ότι προμηθευτές από την Ασία έχουν επικαλεστεί «ανωτέρα βία», αδυνατώντας να αποστείλουν πρώτες ύλες, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω τις τιμές. «Αν η σύγκρουση συνεχιστεί, θα αναγκαστούμε να μετακυλίσουμε το κόστος στους πελάτες. Δεν μπορούμε να απορροφήσουμε ένα τέτοιο σοκ», είπε. Στη Δανία, η LEGO στρέφεται σε ανακυκλωμένα και βιολογικά πλαστικά για να μειώσει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ωστόσο η αβεβαιότητα παραμένει έντονη. «Είτε πρόκειται για την πανδημία, είτε για τον πληθωρισμό, είτε για τον πόλεμο στην Ουκρανία ή τους δασμούς, οι αναταράξεις είναι συνεχείς», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Νιλς Κρίστιανσεν. «Η μεταβλητότητα δεν είναι ποτέ καλή». Αυξανόμενος κίνδυνος αθετήσεων Οι επιπτώσεις της κρίσης γίνονται ήδη αισθητές σε πολλούς κλάδους. Η Lanxess ανέστειλε πώληση συμμετοχής σε κοινοπραξία, ενώ η Dometic απέσυρε το μέρισμά της. Η Thyssenkrupp προειδοποίησε ότι η αύξηση των τιμών φυσικού αερίου θα επηρεάσει το κόστος παραγωγής. Η ένωση χαλυβουργίας WV Stahl ζητά επιπλέον κρατική στήριξη, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη ευαλωτότητα της Ευρώπης. Η γαλλική Polyvia προειδοποιεί για αυξήσεις τιμών και πιθανές μειώσεις προμηθειών πρώτων υλών. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαθέτουν πλέον περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια σε σχέση με το 2022, ενώ αν η τιμή του πετρελαίου προσεγγίσει τα 130 δολάρια το βαρέλι, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος αθετήσεων πληρωμών σε κλάδους όπως τα μέταλλα και τα χημικά. «Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης εξαρτάται από τη διασφάλιση επαρκούς και προσιτής ενέργειας», τόνισε ο Καρλ Πέτερσεν από τη Scope Ratings.
