Είναι αυτοσκοπός η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν;

Είναι αυτοσκοπός η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν;

Οσο χαμηλές και αν είναι οι προσδοκίες εν όψει της προγραμματισμένης για την Τετάρτη (11/2) συνάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν, οφείλει κανείς να μην υποτιμά την σημασία της. Ακόμη και αν μείνει κάποιος παρατηρητής στο πεδίο των συμβολισμών, είναι αυτονόητο ότι για την Αθήνα και την Αγκυρα έχει σημασία να υπάρχει επικοινωνία στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Ομως την ίδια στιγμή είναι επιβεβλημένη και η προετοιμασία για ενδεχόμενες εκπλήξεις. Εστω και αν παραμένει άγνωστο τι ακριβώς συζητείται πίσω από κλειστές πόρτες, ο τούρκος Πρόεδρος δεν διστάζει να προβάλλει εμφατικά τις θέσεις και τις διεκδικήσεις του και δημοσίως. Αν θα το κάνει στην παρούσα συγκυρία θα έχει σημασία, όπως και αν δεν το κάνει. Δεν θα πρέπει πάντως να θεωρηθεί τυχαίο ότι λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση ο τούρκος ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν θέλησε να καλλιεργήσει κλίμα, λέγοντας ότι ο Νίκος Δένδιας εμποδίζει την βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Γιώργος Γεραπετρίτης «έχουν την πρόθεση, αλλά και την ικανότητα να λύσουν το πρόβλημα». Η δήλωση αυτή έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Είναι ευνόητο ότι, αφενός, λειτουργεί ως επιβεβαίωση της διάθεσης της Αθήνας να συνομιλήσει με την Αγκυρα, παρόλο που μόλις προ ημερών ο Πρωθυπουργός είχε δηλώσει στην τηλεοπτική του συνέντευξη ότι δεν πιστεύει πως θα υπάρξει κάποια πρόοδος σε αυτήν τη συγκυρία.  Αφετέρου, η δήλωση του Φιντάν «ανεβάζει» τις μετοχές του Νίκου Δένδια σε ένα κοινό και έναν πολιτικό χώρο που βλέπει με επιφυλακτικότητα ή και αρνητικά τις ελληνοτουρκικές επαφές. Προηγήθηκαν επίσης οι δηλώσεις του εκπροσώπου του κόμματος του Ερντογάν, Ομέρ Τσελίκ για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. Εχει σε κάθε περίπτωση σημασία σε ποιο περιβάλλον πραγματοποιείται αυτή η νέα συνάντηση. Οι εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή είναι πολλές και στις περισσότερες από αυτές έχει κάποιον ρόλο, με κάποιον τρόπο, η Τουρκία. Παράλληλα, ήδη στις Βρυξέλλες συζητείται η ανάπτυξη μίας ισχυρής εταιρικής σχέσης της ΕΕ με την Τουρκία, αφότου λήξει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Σχετικές δηλώσεις έκανε προ ημερών η Επίτροπος  Διεύρυνσης, Μάρτα Κος. Ο Πρωθυπουργός επαναλαμβάνει εμφατικά ότι η μόνη διμερής διαφορά είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Ομως υπάρχουν και πολλά άλλα ζητήματα τα οποία επιδρούν στη σχέση Ελλάδας και Τουρκίας. Ενα από αυτά είναι η συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό δίκτυο ασφάλειας, κάτι που επιθυμούν πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ενώ η Αθήνα θέτει συγκριμένους όρους, με πρώτον την άρση του casus belli. Ενα άλλο ζήτημα είναι το τρίγωνο Ουάσιγκτον – Αθήνα – Αγκυρα. Οπως έχει φανεί σε επανειλημμένες δηλώσεις του πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί κάποιου είδους λύση των διαφορών με την Ελλάδα. Δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό και τι θα σήμαινε, ούτε και σε ποιο βαθμό είναι πιθανό να πιέσει η Ουάσιγκτον. Δεν θα πρέπει να αγνοηθεί πάντως, ότι σε συνέχεια των ενεργειακών συμφωνιών με την Ελλάδα τον προηγούμενο Νοέμβριο, μόλις προ ημερών η αμερικανική Chevron υπέγραψε συμφωνία και με την Τουρκία, για την από κοινού έρευνα και παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου με την Turkish Petroleum. Είχε προηγηθεί η υπογραφή μνημονίου κατανόησης με την Esso της Exxon Mobil (που επίσης έχει υπογράψει συμφωνία με την Ελλάδα), για την διεξαγωγή ενεργειακών ερευνών στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Θα πρέπει πάντως να αξιολογηθεί το γεγονός ότι στη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβούλιου Συνεργασίας, που συνδυάζεται με τη συνάντηση κορυφής, δεν συμμετέχουν οι υπουργοί Ενέργειας. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News