Μητσοτάκης: Δεν βλέπω κίνδυνο κλιμάκωσης με την Τουρκία

Μητσοτάκης: Δεν βλέπω κίνδυνο κλιμάκωσης με την Τουρκία

Για το σύνολο των μεγάλων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων, από τα ελληνοτουρκικά και το μεταναστευτικό έως την ενέργεια, την άμυνα και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων, τοποθετήθηκε ο Πρωθυπουργός σε εκτενή συνέντευξή του στο περιοδικό Foreign Policy σκιαγραφώντας τον ρόλο της Ελλάδας σε ένα ολοένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον. Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα αναγνωρίζει «μία και μοναδική διαφορά» με την Τουρκία, τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, τονίζοντας πως η ατζέντα των συζητήσεων δεν διευρύνεται πέρα από αυτό το ζήτημα. Υπενθύμισε ότι τα τελευταία χρόνια έχει καταβληθεί προσπάθεια αποκλιμάκωσης, με στόχο τη διαμόρφωση μιας λειτουργικής σχέσης σε επιμέρους ζητήματα, ακόμη κι αν η βασική διαφορά παραμένει άλυτη εδώ και δεκαετίες. Αναφερόμενος στη συνάντησή του με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν στις 11 Φεβρουαρίου, επισήμανε ότι θα μεταβεί στην Αγκυρα « διατυπώνοντας με σαφήνεια τις ελληνικές θέσεις όσον αφορά στη βασική μας διαφορά, αλλά και επιδιώκοντας να χτίσω πάνω στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί τον τελευταίο χρόνο». Ο ίδιος εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς τον κίνδυνο κλιμάκωσης με τη γείτονα, σημειώνοντας ότι η κατάσταση είναι πιο διαχειρίσιμη σε σχέση με πέντε χρόνια πριν. «Είμαστε εκλεγμένοι ηγέτες έχουμε να λύσουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή, δεν χρειάζεται να δημιουργούμε νέα προβλήματα», τόνισε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι βασική προτεραιότητα παραμένει η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, τονίζοντας πως οι Ενοπλες Δυνάμεις είναι σήμερα ισχυρότερες σε σύγκριση με έξι χρόνια πριν. Στο ενεργειακό πεδίο, αναφέρθηκε στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ελλάδας στη μείωση των εκπομπών, σημειώνοντας ότι περίπου η μισή ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και ότι η χώρα έχει ήδη εξελιχθεί σε εξαγωγέα ηλεκτρισμού. Τόνισε ωστόσο ότι οι ΑΠΕ δεν αρκούν από μόνες τους προς το παρόν, επισημαίνοντας την επιδίωξη της Ελλάδας να διαδραματίσει ρόλο «αρχιτέκτονα» στη νέα ενεργειακή δομή της Ευρώπης, καθώς η ενέργεια μετατρέπεται σε στρατηγικό γεωπολιτικό εργαλείο. Στο πλαίσιο αυτό, μίλησε και για την ενίσχυση των ευρωατλαντικών σχέσεων, ενώ ανακοίνωσε ότι σύντομα ξεκινούν εξορύξεις, με την παρουσία των Chevron και Exxon. Η ενέργεια, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα εμπορεύσιμο αγαθό. Μετατρέπεται σε στρατηγικό γεωπολιτικό περιουσιακό στοιχείο, και εμείς θέλουμε να αξιοποιήσουμε αυτή τη θέση, ενισχύοντας παράλληλα και τον διατλαντικό δεσμό, υπογράμμισε ο Πρωθυπουργός. Επιπρόσθετα, είπε ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική χώρα, αλλά ο ίδιος παρακολουθεί τις παγκόσμιες ενεργειακές ανάγκες και έχει συστήσει ομάδα εργασίας, ώστε τουλάχιστον να έχουμε πλήρη εικόνα. «Καμία απόφαση δεν έχει ληφθεί ακόμη, καθώς οι τεχνολογίες αυτές δεν είναι προς το παρόν ανταγωνιστικές, αλλά θέλω να γνωρίζω τι συμβαίνει στον διεθνή ενεργειακό χώρο», σημείωσε. Πρόσθεσε, επίσης, ότι η επένδυση στα ηλεκτρικά δίκτυα καθίσταται απολύτως κρίσιμη και πως είναι ζωτικής σημασίας η μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως για χώρες που βρίσκονται στην περιφέρεια της Ευρώπης. Σχετικά με τον διεθνή ρόλο της χώρας, τόνισε ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερός υποστηρικτής του διεθνούς δικαίου και, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, προωθεί την επίλυση διαφορών βάσει διεθνών κανόνων. Ταυτόχρονα, επισήμανε ότι η χώρα δεν αγνοεί τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον, υπογραμμίζοντας ότι οι διεθνείς σχέσεις γίνονται πιο «συναλλακτικές» και απαιτούν ενίσχυση της οικονομικής, αμυντικής και ήπιας ισχύος. Για τις ευρωατλαντικές σχέσεις, σημείωσε ότι δεν έχουν εγκαταλειφθεί, παρότι έχουν εξασθενήσει. Οπως είπε, «θα ήταν αφελές να πούμε ότι αυτή τη στιγμή η Ευρώπη μπορεί να αμυνθεί για τον εαυτό της από μόνη της», υπογραμμίζοντας παράλληλα την «προνομιακή αμυντική συνεργασία» της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο πλαίσιο της διμερούς αμυντικής συμφωνίας. Παράλληλα, δήλωσε ότι μιλά «ως περήφανος Ευρωπαίος» και θα συνεχίσει να εργάζεται για την ενίσχυση των δεσμών. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και στη χρηματοδότηση της άμυνας, σημειώνοντας ότι, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που μπορούν να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους, η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα για να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να αυξάνει το εισόδημα και να στηρίζει τις αμυντικές δαπάνες. Υπενθύμισε ότι σε μία εβδομάδα θα πραγματοποιηθεί κρίσιμο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με την ανταγωνιστικότητα στο επίκεντρο. Τόνισε ότι η Ελλάδα ήδη δαπανά το 3% του ΑΕΠ για την άμυνα, ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα και μειώνει φόρους, χάρη στην ισχυρή ανάπτυξη. Υπενθύμισε, τέλος, ότι μετά την πανδημία δημιουργήθηκε ευρωπαϊκό ταμείο αντιμετώπισης κρίσεων, το οποίο χαρακτήρισε επιτυχημένο, επαναφέροντας την πρόταση για κοινό ευρωπαϊκό μηχανισμό χρηματοδότησης της άμυνας, επισημαίνοντας ότι, παρότι η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη σε αυτό το σημείο, η συζήτηση είναι αναγκαία. Μιλώντας εν τω μεταξύ για την τραγωδία στη Χίο με τους 15 νεκρούς μετανάστες ,  είπε ότι «εάν δεν ήταν το Λιμενικό, τότε οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι», ενώ παρέπεμψε σε περισσότερα στοιχεία με την ολοκλήρωση της έρευνας του Λιμενικού Σώματος. «Φυσικά, πρόκειται για τραγωδία και υπάρχει υποχρέωση πλήρους διερεύνησης. Η προκαταρκτική -και τονίζω προκαταρκτική- πληροφόρησή μου είναι ότι το σκάφος του Λιμενικού συγκρούστηκε με μικρότερο σκάφος υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Δεν γνωρίζουμε ακόμη γιατί συνέβη αυτό. Άνθρωποι βρέθηκαν στη θάλασσα, άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, άνθρωποι διασώθηκαν. Αναμένω πλήρη έρευνα και θα αφήσω στις αρμόδιες αρχές να καθορίσουν ακριβώς τι συνέβη. Αυτές οι καταστάσεις, δυστυχώς, συμβαίνουν συχνά: διακινητές, άνθρωποι χωρίς σωσίβια, 40 άτομα στοιβαγμένα σε ένα σκάφος 9 μέτρων με ισχυρές μηχανές, με μοναδικό στόχο να φτάσουν σε ελληνικό νησί. Το Λιμενικό Σώμα δεν είναι επιτροπή υποδοχής. Η αποστολή του είναι να προστατεύει τα σύνορα, αλλά και να σώζει ανθρώπινες ζωές όταν αυτές βρίσκονται σε κίνδυνο. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι, αν δεν υπήρχε το Λιμενικό, θα είχαμε θρηνήσει πολύ περισσότερα θύματα σε αυτού του είδους τα περιστατικά. Η έρευνα αυτή θα πραγματοποιηθεί με πλήρη διαφάνεια», ανέφερε χαρακτηριστικά. Σχετικά με το μεταναστευτικό,  υπενθύμισε ότι το 2020 η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ουσιαστικά υβριδική επιχείρηση, κατά την οποία μετανάστες ωθήθηκαν οργανωμένα προς τα χερσαία μας σύνορα, με στόχο την είσοδό τους σε ευρωπαϊκό έδαφος. «Τότε είπαμε ξεκάθαρα ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και προστατεύσαμε τα σύνορά μας. Η προσέγγισή μου είναι πολύ απλή: αυστηρότητα απέναντι στην παράτυπη μετανάστευση, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την παράνομη είσοδο στη χώρα, αλλά ταυτόχρονα γενναιοδωρία και παροχή νόμιμων οδών μετανάστευσης. Και, φυσικά, για όσους εισέρχονται στη χώρα και δικαιούνται άσυλο, αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Έχουμε πολλά παραδείγματα ανθρώπων για τους οποίους φροντίζουμε και προσπαθούμε να εντάξουμε στην κοινωνία μας. Όμως, αν κάποιος εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και δεν δικαιούται άσυλο, θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να επιστραφεί είτε στη χώρα προέλευσής του είτε σε ασφαλή τρίτη χώρα. Για να το πω πολύ απλά, χρησιμοποιώντας μια αναλογία του σημαντικού Αμερικανού δημοσιογράφου Τόμας Φρίντμαν, του οποίου είμαι μεγάλος θαυμαστής: θέλω μια μεγάλη πόρτα για τη νόμιμη είσοδο, αλλά έναν πολύ ψηλό φράχτη για την παράνομη», ανέφερε. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News