Μητσοτάκης: Ο αναγκαστικός κομματικός πατριωτισμός

Μητσοτάκης: Ο αναγκαστικός κομματικός πατριωτισμός

Ενα στοιχείο που μπορεί να μην πέρασε από το μυαλό όσων αυτές τις ημέρες επιτίθενται ομαδικά στην κυβέρνηση είναι το εξής: ♦ Από μόνο του το πολιτικό θέμα που δημιουργεί ο ΟΠΕΚΕΠΕ 2 κρύβει μέσα του την αναγκαστική —και για άλλους αναγκαία— αντίδραση από την πλευρά του Πρωθυπουργού: τον κομματικό πατριωτισμό. Κάποια στιγμή θα συνέβαινε και, εδώ που τα λέμε, δεν ήθελε και πολύ μυαλό για να το προβλέψεις. Γιατί τα πράγματα είναι απλά. Οταν οι κατηγορίες, για σοβαρά ή μη σοβαρά ζητήματα, «τυλίγουν» πάνω από 11 βουλευτές και αιωρείται ένα κλίμα ότι έρχεται και νέο «τεύχος» από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τον Μάιο, με ακόμη 6-7 βουλευτές και έναν «πρωτοκλασάτο» πρώην υπουργό, αργά ή γρήγορα, μετά το πρώτο σάστισμα, ο Πρωθυπουργός και η παράταξη της οποίας ηγείται κάποια στιγμή θα αντιδρούσαν. Οπερ και εγένετο, αφού πρώτα επικράτησε (στο Μέγαρο Μαξίμου) η γραμμή του ενοχικού «όλα στο φως» στα σύνορα με το «σφάξε με αγά μου, ν’ αγιάσω» , η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις μέσα το Σαββατοκύριακο από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας —και όχι μόνο από τους εμπλεκομένους στη δικογραφία. Γιατί η εισήγηση που αρχικά επικράτησε ήταν να μη γίνει καμία διάκριση, η κυβέρνηση να αντιδράσει ενοχικά και να προχωρήσουν όλα όπως τα σχεδίασαν άλλοι, δηλαδή όπως τα περιγράφει η δικογραφία. Ακόμη και για περιπτώσεις που πολλοί στη ΝΔ χαρακτήριζαν ήδη υπερβολικές ή/και «αστείες». Κι όμως υπήρξαν εσωτερικές φωνές που επικράτησαν για κανένα 24ωρο και ζητούσαν πλήρη συμμόρφωση, οριζόντια αποδοχή του πλαισίου και μηδενική διαφοροποίηση. Η λογική ήταν απλή όσο και μυωπική: καλύτερα να κατηγορηθεί η κυβέρνηση για υπερβολική αυστηρότητα παρά για συγκάλυψη. Μόνο που αυτή η γραμμή λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ στην ΚΟ. Μέσα σε λίγες ώρες, βουλευτές και κομματικά στελέχη άρχισαν να μεταφέρουν στο Μαξίμου την οργή και την αγωνία τους. Όσοι δηλαδή έβλεπαν το όνομά τους στη δικογραφία, αλλά και πολλοί άλλοι, που έλεγαν πως δεν γίνεται να μπαίνουν στο ίδιο σακί μια βαριά υπόθεση με ένα email, ένα τηλεφώνημα ή ένα SMS τα οποία οι ίδιοι έκριναν «αθώα». Το επιχείρημα που βρόντηξε τις πόρτες της Ηρώδου Αττικού ήταν πως αν η κυβέρνηση πάει χωρίς πολιτικό φίλτρο και χωρίς διαβάθμιση, τότε ουσιαστικά αποδέχεται ότι όλοι είναι περίπου το ίδιο. Και αυτό, για ένα κόμμα με ισχυρές αναφορές στην ελληνική Περιφέρεια και βουλευτές που λειτουργούν επί χρόνια σε επαφή με τις τοπικές κοινωνίες (με σωστό, λάθος και κάποιοι πιθανώς —θα το πει η Δικαιοσύνη, όχι το κατηγορητήριο— με παράνομο τρόπο), δεν μπορούσε να περάσει έτσι… Κάπου εκεί άρχισε να αλλάζει το κλίμα. Μετά από απανωτές συσκέψεις το κυβερνητικό κέντρο κατέληξε ότι η γραμμή της πλήρους παράδοσης μπορεί να έδινε πόντους «θεσμικότητας» προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα κινδύνευε να τινάξει στον αέρα την κομματική συνοχή. Γιατί άλλο να λες «όλα στο φως» και άλλο να εμφανίζεσαι έτοιμος να αφήσεις ακάλυπτους βουλευτές ακόμη και για υποθέσεις που, όπως εκτιμούν νομικοί κύκλοι, είναι βέβαιο ότι θα καταπέσουν στο ακροατήριο. Εκεί ακριβώς άρχισε να κερδίζει έδαφος η δεύτερη γραμμή: όχι συγκάλυψη, αλλά επιθετική άμυνα. Σαφής πολιτική διάκριση, δηλαδή, ανάμεσα στις διαφορετικές περιπτώσεις. Τελικά, μετά από αυτό το εσωτερικό μπρα-ντε-φερ ο Πρωθυπουργός επέλεξε τη γραμμή της επιθετικής άμυνας. Η οποία αποτυπώθηκε καθαρά στο διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη τη Δευτέρα που κινήθηκε κατά 70% σε αυτό το πνεύμα. Ο κ. Μητσοτάκης έσπευσε να βάλει φρένο στην πολιτική ισοπέδωση λέγοντας ότι «δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα» και υπογράμμισε πως «κανείς από τους βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος». Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η έμμεση αλλά σαφής αιχμή του προς την πρακτική της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όταν τόνισε πως πρέπει να προχωρήσει «ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις». Και επέμεινε: «Και όταν λέω ταχύτατα, το εννοώ». Αυτή η φράση ήταν ουσιαστικά ένα μήνυμα για το «μαρτύριο της σταγόνας» και την έμμεση παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα που (αντικειμενικά, ακόμη κι αν δεν γίνεται με δόλο) συνιστά η πρακτική της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να σαλαμοποιεί τη δικογραφία σε «τεύχη» —αλλά και το γεγονός ότι μερίδα των ΜΜΕ σταθερά διαφημίζει πληροφορίες για όσα θα περιέχει το επόμενο «τεύχος». Κάτι θυμίζουν όλα αυτά… Ουσιαστικά, ο Πρωθυπουργός άφηνε να εννοηθεί ότι δεν μπορεί η πολιτική ζωή να μένει μετέωρη επί μήνες, με βουλευτές εκτεθειμένους σε μια παρατεταμένη γκρίζα ζώνη. Ταυτόχρονα, κράτησε το θεσμικό σκέλος: τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, τη μάχη με το «βαθύ κράτος» (που πόσο να πιάσει ως επιχείρημα όταν κυβερνάς επτά χρόνια), την υπενθύμιση του υπαρκτού —και σημαντικού— ψηφιακού εκσυγχρονισμού αλλά και νέες θεσμικές τομές όπως η —ελαφρώς (έως απολύτως) ακατανόητη— εξαγγελία για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή. Το βασικό ήταν πάντως η επιλογή της της γραμμής. Δηλαδή η μη παράδοση. Το πού θα οδηγηθούν τα πράγματα, μένει, φυσικά, να το δούμε, με πρώτο σταθμό τις δημοσκοπήσεις μετά το Πάσχα —και όσες θα ακολουθήσουν βαδίζοντας προς το καλοκαίρι εν μέσω παγκόσμιας αναταραχής. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News TAGS: #ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ • #ΟΠΕΚΕΠΕ