Με αναφορές από τον Θουκυδίδη έως τη φορολογική πολιτική και από τη φιλελεύθερη ταυτότητα έως τα αγροτικά μπλόκα και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων στη δημόσια συζήτηση με τον δημοσιογράφο Ηλία Κανέλλη, στο πλαίσιο του πρώτου κύκλου εκδηλώσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα – Συζητήσεις στο Ωδείο Αθηνών», σκιαγραφώντας τη δική του πολιτική φιλοσοφία και τις προτεραιότητες της κυβέρνησης για την οικονομία, τον πρωτογενή τομέα και την εξωτερική πολιτική. Ο Πρωθυπουργός ανέφερε ότι το διάβασμα αποτελεί σταθερό κομμάτι της ζωής του, σημειώνοντας πως ενημερώνεται σε βάθος για τους φακέλους των υπουργείων, αλλά παράλληλα διαβάζει και «εκτός ύλης», αναζητώντας ερεθίσματα που -όπως είπε- του είναι χρήσιμα στην καθημερινή του εργασία. «Δεν υπάρχει περίπτωση στις ΗΠΑ να πάρεις μάθημα διεθνών σχέσεων και να μην ξεκινήσεις με Θουκυδίδη», σχολίασε χαρακτηριστικά, κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Απαντώντας σε ερώτηση για το αν αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερος, δήλωσε: «Ναι, στον βαθμό που πιστεύω σε μια οργανωμένη κοινωνία, όπου πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ δημοκρατίας και ελευθερίας, κράτος δικαίου που να υπερασπίζεται και τα δικαιώματα των μειοψηφιών». Πρόσθεσε ότι, με την έννοια του κλασικού φιλελευθερισμού, θεωρεί τον εαυτό του φιλελεύθερο πολιτικό, χωρίς ωστόσο να αφαιρεί από το κράτος τη δυνατότητα να διατηρεί έναν συγκεκριμένο παρεμβατικό και ρυθμιστικό ρόλο. Στιγμιότυπο από τη δημόσια συζήτηση του Πρωθυπουργού με τον δημοσιογράφο Ηλία Κανέλλη, στο πλαίσιο του πρώτου κύκλου εκδηλώσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα – Συζητήσεις στο Ωδείο Αθηνών» [ΜΗΤΣΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ/ΙΝΤΙΜΕ] Στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής, υπογράμμισε ότι προτιμά το σύστημα της κλιμακωτής φορολόγησης έναντι των πιο «νεοφιλελεύθερων» προσεγγίσεων που, πρεσβεύουν την ίδια φορολογική επιβάρυνση για όλους. «Υπηρετήσαμε με συνέπεια πολιτική μείωσης φόρων στην ακίνητη περιουσία, στο εισόδημα, στο μέρισμα και στις επιχειρήσεις», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση κατάφερε να αυξήσει τα έσοδα μειώνοντας φόρους, κυρίως μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της αξιοποίησης της τεχνολογίας. Οπως τόνισε, προτιμά την αύξηση των πραγματικών μισθών, ώστε ο πολίτης να βλέπει τη διαφορά στο τέλος του μήνα, αντί της μείωσης έμμεσων φόρων. «Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάζονται να αυξήσουν φόρους. Εμείς πετυχαίνουμε τους στόχους μας και ταυτόχρονα μειώνουμε φόρους», είπε χαρακτηριστικά. Αναφερόμενος στην πορεία της οικονομίας, υποστήριξε ότι οι δεσμεύσεις τού 2023 υλοποιούνται «στη συντριπτική τους πλειονότητα», υπογραμμίζοντας πως πρώτη του υποχρέωση είναι να ανταποκριθεί στα ζητήματα, για τα οποία τον ψήφισαν οι πολίτες. Για άλλη μια φορά επανέλαβε ότι η καλύτερη απάντηση στην ακρίβεια είναι η αύξηση των μισθών, σε συνδυασμό με μια πολιτική που στοχεύει σε ρυθμούς ανάπτυξης διπλάσιους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στη μείωση των ανισοτήτων, μέσα από αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά. «Οι πιο αδικημένοι στην οικονομία είναι οι άνεργοι», επισήμανε, τονίζοντας ότι το 2019 η ανεργία βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα, ενώ σήμερα πολλές επιχειρήσεις αναζητούν εργαζόμενους. «Αυτό είναι καλύτερο πρόβλημα από το να έχεις ανεργία 18%», πρόσθεσε. Ο Πρωθυπουργός προσέρχεται στο Ωδείο Αθηνών [Μητσάκος Δημήτρης/ΙΝΤΙΜΕ] Οι αγρότες Σε ερώτηση για τη συνάντηση που είχε με τους εκπροσώπους των αγροτικών μπλόκων, ο Πρωθυπουργός τη χαρακτήρισε «μακρά σε διάρκεια, ενδιαφέρουσα και ειλικρινή», αν και -όπως είπε- σχετικά ανοργάνωτη, λόγω του μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων. Τόνισε ότι η κυβέρνηση επεδίωκε εξαρχής τον διάλογο και ότι πολλά από τα θέματα θα μπορούσαν να είχαν συζητηθεί νωρίτερα, ώστε να είχε εκτονωθεί η ένταση. «Κάλλιο αργά παρά ποτέ», σημείωσε. Συνεχίζοντας, υπογράμμισε ότι οποιεσδήποτε λύσεις θα πρέπει να σέβονται τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, να είναι κοινωνικά δίκαιες και να εντάσσονται στο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Αναφέρθηκε, επίσης, στη μεταρρύθμιση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη μετάπτωσή του στην ΑΑΔΕ, χαρακτηρίζοντάς την «αναγκαίο αλλά όχι επαρκές» βήμα για τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα. Οπως είπε, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης πρέπει να υπηρετεί τον πραγματικό του ρόλο και να μην περιορίζεται σε επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, τονίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται έναν ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα. «Αν δεν κάναμε αυτή τη μεταρρύθμιση, θα χτίζαμε στην άμμο. Τώρα, σε σταθερά θεμέλια, μπορούμε να οικοδομήσουμε αγροτική πολιτική που θα εξασφαλίζει ότι οι αγρότες θα λαμβάνουν τα χρήματα που δικαιούνται», ανέφερε. Σε πιο αιχμηρό τόνο, σχολίασε ότι πίσω από τις κινητοποιήσεις υπήρχαν και κομματικά κριτήρια, επιμένοντας ότι η διαφάνεια και η δικαιοσύνη είναι αδιαπραγμάτευτες έννοιες. «Δεν περισσεύουν χρήματα στον κρατικό προϋπολογισμό και δεν θα επαναλάβουμε λάθη του παρελθόντος, όπου αποφάσεις ασύμβατες με το ευρωπαϊκό πλαίσιο οδήγησαν στην επιστροφή χρημάτων με τόκο», είπε, προσθέτοντας ότι προτιμά να είναι ενίοτε «δυσάρεστος» , παρά να δίνει υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε χειραψία με την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης [Μητσάκος Δημήτρης/ΙΝΤΙΜΕ] Τέλος, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία για τις αποφάσεις των αγροτών, δήλωσε ότι «πρέπει να πρυτανεύσει η λογική», επισημαίνοντας ότι η κοινωνία έχει εξαντληθεί και η παρατεταμένη παραμονή στα μπλόκα δεν αποφέρει επιπλέον οφέλη. Αναφερόμενος στο ζήτημα των αποκλεισμών δρόμων, σημείωσε ότι πρόκειται για παράνομη πρακτική που στο παρελθόν αντιμετωπιζόταν με μια μορφή «εθιμικού δικαίου», αλλά τόνισε ότι αυτό δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί. «Είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος, αλλά και έτοιμος να χειριστώ οποιαδήποτε άλλη κατάσταση», εκτίμησε. Ο κ. Μητσοτάκης έκλεισε τονίζοντας την ανάγκη για σταθερό και συνεχή διάλογο με πραγματική αγροτική εκπροσώπηση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας αγροτικού επιμελητηρίου, ώστε -όπως είπε- η κυβέρνηση να γνωρίζει με ποιους συνομιλεί και ποιοι εκφράζουν ουσιαστικά τον αγροτικό κόσμο. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις Με το βλέμμα στραμμένο στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και τις δοκιμασίες των διατλαντικών σχέσεων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλυσε τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που αλλάζει. Επισήμανε ότι «ο διατλαντικός κόσμος σήμερα δοκιμάζεται», υπογραμμίζοντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν πλέον μια πολιτική που δεν θεωρεί δεδομένη τη βαθιά, συμβιωτική σχέση με την Ευρώπη. Το ζήτημα αυτό θα τεθεί στο επίκεντρο του έκτακτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Πέμπτης, όπου, όπως προανήγγειλε, «θα πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις». «Για εμάς, Δύση είναι η Ευρώπη. Δεν θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη, είμαστε Ευρώπη. Η Ελλάδα είναι δυτική χώρα που ασπάζεται τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», σημείωσε, προσθέτοντας ότι, αν η Δύση ορίζεται ως Ευρώπη συν Αμερική, τότε αυτή η έννοια δοκιμάζεται σήμερα τόσο από τη μεταβολή των δεσμών μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού όσο και από τη ραγδαία άνοδο της Κίνας. «Αυτό που θεωρούσαμε δεδομένο, ότι η Δύση διαμορφώνει τους παγκόσμιους συσχετισμούς, δεν είναι πια αυτονόητο. Δεν μπορεί κανείς να αγνοεί όσα συμβαίνουν στην Κίνα», τόνισε. Αναφερόμενος στην απάντηση της Δύσης στις προκλήσεις αυτές, ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκε ένα πλαίσιο διεθνούς δικαίου, το οποίο δοκιμάζεται σήμερα με πρωτοφανή ένταση. Δήλωσε ότι τρέφει βαθιά εκτίμηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για να πείσει πως ορισμένες επιλογές «δεν είναι προς το συμφέρον των ίδιων των ΗΠΑ», εκτιμώντας ότι στην ίδια γραμμή κινούνται και αρκετοί ευρωπαίοι εταίροι. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε ανοιχτά στον πόλεμο στην Ουκρανία, σημειώνοντας ότι η στήριξη της Ελλάδας δεν αφορά μόνο την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, αλλά και την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η κυριαρχία καμίας χώρας δεν θα αμφισβητείται απλώς και μόνο επειδή κάποιος είναι ισχυρότερος. «Εχουμε ιερή υποχρέωση να ασφαλίσουμε πρώτα και πάνω απ’ όλα την πατρίδα μας», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα μπορεί ταυτόχρονα να δαπανά το 3% του ΑΕΠ για την άμυνα και να μειώνει φόρους, εφόσον διαθέτει την ισχύ να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα σε ένα διεθνές περιβάλλον που «δοκιμάζεται». Σε ερώτηση για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, απέφυγε να σχολιάσει τη νομιμότητα της ενέργειας, επισημαίνοντας ότι η χρονική απόσταση από το γεγονός δεν προσφερόταν για ασφαλή αξιολόγηση. Υποστήριξε ότι έθεσε τα ζητήματα «με διακριτικό τρόπο», επιδιώκοντας, μεταξύ άλλων, να αποκρούσει «ανιστόρητες συγκρίσεις» με όσα συνέβησαν στην Ουκρανία ή στην Κύπρο το 1974. Αναφερόμενος στο ζήτημα της Γροιλανδίας και στη στάση της Ελλάδας έναντι των ΗΠΑ, ξεκαθάρισε ότι το μέλλον της περιοχής εξαρτάται από τη Δανία και τους κατοίκους της. Τόνισε ότι πρόκειται για νατοϊκό έδαφος και ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής του status quo θα συνιστούσε ευθεία αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, με δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις στις σχέσεις με την Ουάσιμγκτον. «Η Γροιλανδία είναι μέρος του Βασιλείου της Δανίας και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν δίκιο όταν επισημαίνουν την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας στην Αρκτική, σημειώνοντας πως διαθέτουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν βάσεις, να αυξήσουν τη στρατιωτική τους παρουσία και να αξιοποιήσουν οικονομικά την περιοχή. Τα ελληνοτουρκικά Για τα ελληνοτουρκικά, επανέλαβε ότι υπήρξε πάντα υπέρμαχος μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής. Αναφέρθηκε σε πρωτοβουλίες όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, η δημιουργία θαλάσσιων πάρκων και η έναρξη ερευνητικών δραστηριοτήτων νότια της Κρήτης, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ασκεί στην πράξη τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Οπως είπε, η μοναδική διαφορά με την Τουρκία αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ζήτημα που θα μπορούσε να επιλυθεί από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Παράλληλα, σημείωσε ότι η επιλογή της Αθήνας να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας έχει αποδώσει, φέρνοντας ως παραδείγματα τη συνεργασία στο μεταναστευτικό και τη διαδικασία ταχείας χορήγησης βίζας. «Η Τουρκία είναι γείτονάς μας. Θα επιδιώκω πάντα καλές σχέσεις, αλλά θέλω να προσέρχομαι στον διάλογο από όσο το δυνατόν πιο ισχυρή θέση για την πατρίδα μας», υπογράμμισε. Οι εκλογές Αναφερόμενος στην πολιτική αντιπαράθεση και τις εκλογές του 2027, παρατήρησε ότι η κρίση θεσμών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, συνδέοντάς τη με τον τρόπο διεξαγωγής του δημόσιου διαλόγου και τη δυναμική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, παράγουν τοξικότητα και αρνητικό λόγο. Τόνισε ότι επιδιώκει συνθήκες ήρεμου πολιτικού διαλόγου, αν και -όπως σημείωσε- δεν μπορεί μόνος του να επιβάλει τους κανόνες της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την ελπίδα ότι θα υπάρξει συνεννόηση στα ζητήματα που το Σύνταγμα επιβάλλει ευρύτερες συναινέσεις, όπως οι ανεξάρτητες Αρχές, ενώ χαρακτήρισε τη Συνταγματική Αναθεώρηση ευκαιρία για τη δημιουργία πλαισίου διαλόγου. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 86, 16, 24 και 100, εκφράζοντας την πρόθεση να ξεκινήσει την άνοιξη η σχετική επιτροπή, θέτοντας το ερώτημα αν τα κόμματα του Κοινοβουλίου θα ανταποκριθούν. Τέλος, ξεκαθάρισε ότι απορρίπτει κάθε αλλαγή του εκλογικού νόμου, δηλώνοντας εμπιστοσύνη στην κρίση των πολιτών. «Οι κανόνες δεν αλλάζουν εν κινήσει», είπε, διευκρινίζοντας ότι η μόνη θεσμική παρέμβαση που προωθείται είναι η διευκόλυνση των Ελλήνων του εξωτερικού να ψηφίζουν από τον τόπο διαμονής τους. Κλείνοντας, σημείωσε ότι δεν μπορεί να είναι υπόλογος για τις δηλώσεις ή τις στάσεις άλλων πολιτικών ή δυνητικών πολιτικών σχηματισμών, υπογραμμίζοντας ότι η δική του ευθύνη περιορίζεται στη διαμόρφωση συνθηκών διαλόγου και στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
