Με φόντο ένα διεθνές σκηνικό που αλλάζει ραγδαία και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο να παραμένουν εύθραυστες, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε τα χαρτιά του σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά και τον ΣΚΑΪ, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει τη θέση της Ελλάδας μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται τόσο από τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, όσο και από τη σύνθετη, διαχρονικά, σχέση με την Τουρκία. Από τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία έως τα χωρικά ύδατα, το casus belli και τον ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων, ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για ένα περιβάλλον που απαιτεί σταθερότητα, καθαρές «κόκκινες γραμμές» και ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας. Από την πρώτη στιγμή, έστειλε σαφές μήνυμα προς την Aγκυρα, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία: την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Οπως τόνισε, ζητήματα που θέτει κατά καιρούς η τουρκική πλευρά πέραν αυτού «για την Ελλάδα δεν υφίστανται» και δεν πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. «Η Τουρκία θα πρέπει να το καταλάβει», είπε χαρακτηριστικά. Στο ίδιο πλαίσιο, επανέλαβε ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί «μονομερές και αναφαίρετο δικαίωμα» της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας πως οποιαδήποτε προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εφόσον δεν αμφισβητείται η ελληνική κυριαρχία. «Oσο υπάρχει στο τραπέζι η θεωρία των γκρίζων ζωνών, όσο αμφισβητείται κυριαρχία στο Αιγαίο και όσο κρέμεται από πάνω μας απειλή πολέμου, είναι δύσκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο», σημείωσε. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο casus belli, το οποίο χαρακτήρισε αναχρονιστικό, θέτοντας και το πολιτικό του βάρος σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Oπως είπε, η ύπαρξή του στερεί από την Τουρκία τη δυνατότητα να διεκδικήσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ακόμη και για την αμυντική της βιομηχανία. «Δεν είναι στόχος μας να αποκλείουμε την Τουρκία», ανέφερε, «αλλά να την πείσουμε ότι οι διεκδικήσεις αυτές είναι άστοχες και αχρείαστες». Αναφερόμενος στις NAVTEX και σε ζητήματα όπως το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης στο Αιγαίο, ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα διατηρεί τη θέση της για τον «παράνομο νομικό χαρακτήρα» τους και ότι «δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν» για να υλοποιήσει έργα εντός των δικαιωμάτων της. Για την Κάσο, υπογράμμισε ότι δεν υπήρξε ούτε εκκρεμότητα ούτε κάποιο τετελεσμένο, επιχειρώντας να αποφορτίσει τη σχετική συζήτηση. Παρά τις εντάσεις, ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε τα «σημαντικά κεκτημένα» που έχουν προκύψει μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών: μείωση παραβιάσεων στον αέρα, καλύτερη συνεργασία στο μεταναστευτικό, γρήγορη βίζα για επισκέπτες στα νησιά και ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας για την εκτόνωση κρίσεων. «Δεν τρέφω αυταπάτες», είπε, επαναλαμβάνοντας ότι το βασικό ζήτημα παραμένει ένα και μόνο. Ο κ. Μητσοτάκης πρόσθεσε πως θα έχει την ευκαιρία να βρεθεί στην Άγκυρα τις επόμενες εβδομάδες «και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ και νομίζω ότι αυτή την άποψη τη συμμερίζεται και η Τουρκία ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες». Ακόμη, δήλωσε ότι θα βρεθεί με τον Ερντογάν πριν τις 15 Φεβρουαρίου. Στο διεθνές πεδίο, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στις σχέσεις της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Η Ελλάδα έχει στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ», δήλωσε, σημειώνοντας ότι οι δεσμοί δεν περιορίζονται μόνο στον πρόεδρο Τραμπ, αλλά εκτείνονται στο Κογκρέσο και σε ευρύτερους θεσμικούς πόλους εξουσίας. Oπως ανέφερε, γνωρίζει τον Τραμπ από την πρώτη του θητεία και θεωρεί ότι οι διμερείς σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο. Παράλληλα, προανήγγειλε επίσκεψή του στην Άγκυρα τις επόμενες ημέρες, ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν χρειαζόμαστε διαιτητή για να συζητήσουμε τα ζητήματα που αφορούν τις δύο χώρες». Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο επίσκεψης του αμερικανού προέδρου στην Ελλάδα, δήλωσε ότι δεν έχει επίσημη ενημέρωση, επισημαίνοντας πως «η ελληνική κοινωνία ανησυχεί για το πού πηγαίνουμε ως χώρα», αναδεικνύοντας έτσι και την εσωτερική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής. Με έμφαση στη «δύναμη του παρόντος» και όχι στις σκιές του παρελθόντος, σκιαγράφησε τη φιλοσοφία που, όπως είπε, καθοδηγεί την εξωτερική και αμυντική πολιτική της χώρας: μια στρατηγική που συνδυάζει τη διπλωματία, τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τη συστηματική ενίσχυση της εθνικής ισχύος. Τόνισε ότι το βασικό ζητούμενο για την κυβέρνηση δεν είναι η αναμέτρηση με το παρελθόν, αλλά η διαρκής προσαρμογή στις προκλήσεις του παρόντος. «Η υποχρέωσή μου ως Πρωθυπουργού είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας και να κρατάω τη χώρα ασφαλή», υπογράμμισε, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν επενδύει «στη στασιμότητα ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής». Κεντρική θέση στις δηλώσεις του κατέλαβε και η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Ξεκαθάρισε ότι οι εξοπλισμοί δεν αποτελούν «αντανακλαστική απάντηση» στις κινήσεις της Τουρκίας, αλλά συνειδητή επιλογή θωράκισης της εθνικής ασφάλειας. «Οι ισχυρές Eνοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής», ανέφερε, δίνοντας το στίγμα μιας πολιτικής που δεν περιμένει ευνοϊκές συγκυρίες, αλλά επενδύει διαρκώς στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος της χώρας. Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε την προσήλωση της Ελλάδας στο διεθνές δίκαιο, τονίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική της Αθήνας στηρίζεται «στην ισχύ των αξιών». Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, «έχει έρθει η ώρα να επενδύσουμε και στην αξία της ισχύος μας», υπογραμμίζοντας ότι τα δύο αυτά στοιχεία δεν είναι αντικρουόμενα, αλλά συμπληρωματικά. Ερωτηθείς για τις σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ και τα διλήμματα που έχει αντιμετωπίσει η χώρα λόγω του τι συνέβη στη Γάζα, ανέφερε ότι οι σχέσεις με το Ισραήλ οικοδομήθηκαν από αρκετές προηγούμενες κυβερνήσεις και σίγουρα είναι μία σχέση η οποία έχει μεγάλο στρατηγικό βάθος. «Συνδέεται προφανώς και με τις σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβλεπα τη σχέση αυτή ως μία ανταγωνιστική σχέση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Και αν κάποιοι προσπαθούν να την παρουσιάσουν με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι κάνουν ένα μεγάλο λάθος», σημείωσε. Αναφερόμενος στον ρόλο της χώρας στον ενεργειακό τομέα, ξεκαθάρισε ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται αφορούν ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες όμως αξιοποιούν κρίσιμες κρατικές υποδομές. «Υπάρχουν δύο παρακλάδια, η Ρεβυθούσα και η Αλεξανδρούπολη», σημείωσε, περιγράφοντας έναν «κάθετο διάδρομο» που συνδέει την Ελλάδα με την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Όπως τόνισε, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η οικονομική ανταγωνιστικότητα των υποδομών –κρατικών και ιδιωτικών– αλλά μια ευρύτερη στρατηγική κατεύθυνση: η Ελλάδα να αναδειχθεί σε πάροχο ενεργειακής ασφάλειας για χώρες μέχρι τη Ρουμανία. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία, υπογραμμίζοντας ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο «ενισχύει συνολικά και ουσιαστικά τη γεωπολιτική θέση της πατρίδας μας». Παράλληλα, εξήγησε ότι η στήριξη της Ελλάδας προς την Ουκρανία δεν υπαγορεύτηκε μόνο από την προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά και από τα εθνικά συμφέροντα. «Αλίμονο αν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθέμενο», ανέφερε, συνδέοντας τη στάση αυτή και με την ανάγκη απεξάρτησης της Ευρώπης –και της χώρας– από το ρωσικό φυσικό αέριο. Εσωτερικό μέτωπο Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο αλλαγής του εκλογικού νόμου, ξεκαθάρισε ότι «δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος», υπογραμμίζοντας πως «είναι πιο σημαντικό να κατοχυρώσουμε τη θεσμική σταθερότητα από το να πειραματιζόμαστε με λύσεις που παραβιάζουν τη λαϊκή εντολή». Τόνισε ότι η κυβέρνηση πιστεύει στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, επισημαίνοντας: «Σκεφτείτε να είχαμε κυβέρνηση συνεργασίας όταν αντιμετωπίσαμε την εισβολή στον Έβρο ή σε άλλες κρίσεις». Οπως ανέφερε, «κυρίαρχος είναι ο λαός, αν υποδείξει ότι δεν θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση», ξεκαθαρίζοντας: «Δεν θα πειράξω τους κανόνες του παιχνιδιού για να γίνει το δικό μου. Αυτό θα ήταν αντιθεσμικό». Σχετικά με το εάν θεωρεί ότι είναι εφικτό να λάβει η ΝΔ 37-38%, υπενθύμισε ότι «όλες οι δημοσκοπήσεις το 2023 μας τοποθετούσαν στο 33-34% και πήραμε 41%», σημειώνοντας ότι πρόκειται για «εφικτό στόχο». Οπως ανέφερε, είναι «σίγουρα πιο εφικτός από το να ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ ότι θα είναι πρώτο κόμμα». Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί ζητά τρίτη τετραετία, υπογραμμίζοντας πως «στην παρούσα συγκυρία έχει σημασία να υπάρχει σταθερότητα», ιδίως ενόψει της ανάληψης της προεδρίας της ΕΕ από την Ελλάδα αμέσως μετά τις εκλογές του 2027. «Ποιος θα τη διαχειριστεί; Ποιος πρωθυπουργός;» διερωτήθηκε, διευκρινίζοντας ότι «η σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα». «Δεν το επιδιώκουμε γιατί θέλουμε την καρέκλα, αλλά γιατί έχουμε συνέπεια και πρόγραμμα», ανέφερε, παραθέτοντας στοιχεία για την οικονομία: «Η ανεργία έπεσε στο 7,5%, των νέων στο 13%, ο μέσος μισθός ξεπέρασε ήδη τα 1.500 ευρώ και ο κατώτατος θα φτάσει τα 950». Οπως σημείωσε, «οι νέοι είδαν πραγματικές αυξήσεις στα εκκαθαριστικά τους», ενώ ξεκαθάρισε ότι «αν οι πολίτες δουν παραπάνω ευρώ, είναι επειδή είχαμε πλεόνασμα και το επιστρέψαμε στη μεσαία τάξη». «Αισθάνομαι ότι θα προσέλθω στην αναμέτρηση με ήσυχη τη συνείδησή μου, γιατί κάναμε αυτά που είπαμε», τόνισε. Απαντώντας στην κριτική ότι «με 41% δεν κάνει πράγματα, άρα γιατί να τα κάνει με μικρότερη πλειοψηφία», είπε: «Θα ήθελα να μας υποδείξουν τι δεν κάναμε». Υπογράμμισε ότι «βλέπετε πόσο μεγάλη φθορά έχουν όλες οι κυβερνήσεις» και πρόσθεσε πως «αν μου λέγατε το 2019, όταν έκατσα για πρώτη φορά στο γραφείο, ότι 7 χρόνια μετά η Νέα Δημοκρατία θα ήταν μπροστά με υπερδιπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο κόμμα, δεν θα σας πίστευα». Οπως τόνισε, «η ανάγκη για διαρκή βελτίωση είναι θέμα κουλτούρας για εμένα». Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
