Στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν την Τετάρτη (11/2) στην Αγκυρα, ο Πρωθυπουργός έθεσε ρητά το ζήτημα του «casus belli», δηλαδή της επίσημης απειλής πολέμου που διατηρεί η Τουρκία σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων. Την επομένη (12/2) η πρώην ΥΠΕΞ, Ντόρα Μπακογιάννη έκανε ένα δηκτικό σχόλιο κατονομάζοντας τον αποδέκτη, στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ: «Δεν έχω ακούσει ποτέ τον κ. Σαμαρά να θέτει το θέμα του casus belli»… δήλωσε, εννοώντας προφανώς την περίοδο που ο κ. Σαμαράς ήταν Πρωθυπουργός (2012-2015) και είχε επισκεφθει την Τουρκία για να συνταντήσει τον Ερντογάν. Προηγουμένως, πολιτικές προσωπικότητες, όπως de facto είναι πλέον η Μαρία Καρυστιανού, είχαν ζητήσει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μην πάει καν στην Αγκυρα, πρώην Πρωθυπουργοί (της ΝΔ) τον κατηγορούν εδώ και δυόμιση χρόνια —άμμεσα ή έμμεσα— για ενδοτικότητα ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δέχεται σταθερά έναν πρωτοφανή πόλεμο λάσπης στα πρωτοσέλιδα συγκεκριμένων, ακροδειξών εφημερίδων (οι οποίες κατά τα αλλα δηλώνουν ότι στηρίζουν την Παράταξη, δηλαδή τη Νέα Δημοκρατία). Αυτό το κλίμα γεμίζει καθημερινά τα τηλεοπτικά παράθυρα, τα ραδιοκύματα και το Διαδίκτυο από ένα σύνολο προσωπικοτήτων (κάποιες εμφανώς οριακές) οι οποίες διεκδικούν το μονοπώλιο της εθνικής υπευθυνότας και της στρατηγικής σκέψης και οι οποίοι κατηγορούν την κυβέρνηση (πλην του Νίκου Δένδια) ότι στρώνει το έδαφος για εθνικές υποχωρήσεις. Λειτουργούν ως προπονητές της εξέδρας. Δεν διατυπώνουν απλά τις απόψεις τους αλλά τοποθετούνται για την κάθε λεπτομέρεια —πχ. τα εξαρτήματα ενός συγκεκριμένου οπλικού συστήματος που πρέπει να συνοδεύουν μια προμήθεια— υποστηρίζοντας πως αν επιλεγεί κάποιο άλλο από αυτό που προτείνουν, η επιλογή αυτή από το Πεντάγωνο θα ισοδυναμεί με εθνική προδοσία και ότι οι Τούρκοι θα μπορούν μετά να φτάσουν ανενόχλητοι έως τη Μελούνα, όπως συνέβη το 1897. Οι άνθρωποι αυτοί, ας τους αποκαλέσουμε χάριν συντομίας Κολοκοτρώνηδες (της πολιτικής, του Διαδικτύου κ.ο.κ.), κάνουν τη δουλειά τους. Και στο πλαίσιο μιας πλουραλιστικής κοινωνίας είναι θεμιτό να εκφράζουν τις απόψεις τους εφόσον υπάρχει «ζήτηση» από κανάλια και ραδιόφωνα για πρόσωπα που αυτοαποκαλούνται «διεθνολόγοι». Από την άλλη πλευρά, πέρα από τους Κολοκοτρώνηδες υπάρχει και η κυβέρνηση που κρατάει την «καυτή πατάτα» των ελληνοτουρκικών στα χέρια της σε μια περίοδο σοβαρών ανακατατάξεων και μεγάλης διεθνούς αστάθειας ιδίως μετά την έναρξη του «Τραμπ 2.0» τον Ιανουάριο του 2025. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εντός της χώρας (αλλά και εντός της ΝΔ), η στάση της κυβέρνησης υπήρξε το 2025 ενδεικτική μιας ώριμης στρατηγικής. Χωρίς ρητορικές εξάρσεις και χωρίς την ψευδαίσθηση της προώθησης «μεγάλων λύσεων», η ελληνική πλευρά –με οδηγό την πολιτική και διπλωματική συνέχεια και συνέπεια– επέλεξε να επενδύσει στην ουσία. Στον έναν χρόνο του «Τραμπ 2.0», κι ενώ οι Κολοκοτρώνηδες κατηγορούσαν την κυβέρνηση για ενδοτισμό προς τον Ερντογάν και έλλειψη σχέσεων με την κυβέρνηση Τραμπ, υπογράφηκαν στην Αθήνα οι συμφωνίες με τις ΗΠΑ για το LNG και η προώθηση της γεώτρησης στο Ιόνιο. Δεν ήταν απλώς ενεργειακές κινήσεις, ήταν τοποθετήσεις ισχύος σε ένα πεδίο όπου οι συμμαχίες μετριούνται με δεσμεύσεις και όχι με δηλώσεις. Και γι’ αυτό δεν άρεσαν στην Αγκυρα. Τα τρία κεντρικά πρόσωπα της εξωτερικής πολιτικής, Κυριάκος Μητσοτάκης, Γιώργος Γεραπετρίτης και Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, κινήθηκαν έως τώρα με τη γνώση ότι η σιωπηρή συσσώρευση διπλωματικού κεφαλαίου ευνοεί τελικά την Ελλάδα όταν, αλλά και εκεί που πρέπει, απέναντι στον «θόρυβο» που δημιουργεί η Τουρκία. Το γεγονός αυτό, σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες επαναχαράσσονται παγκοσμίως από τον Ντόναλντ Τραμπ, δεν είναι αμελητέο επίτευγμα –και ας εξοργίζει τους εγχώριους «τουρκοφάγους». Αλλωστε η κυβέρνηση έχει τη δημοκρατική νομιμοποίηση και τη συνταγματική υποχρέωση να κάνει σωστά τη δουλειά της για την προάσπιση των συμφερόντων της πατρίδας μας. Το επόμενο τεστ Μετά και τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν (11/2) που κύλησε ομαλά, έχουμε μπροστά μας το ενδεχόμενο να «κλειδώσει» μια στάση του Τραμπ στην Αθήνα, γύρω από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ της 7ης και 8ης Ιουλίου στην Αγκυρα. Η οποία θα πραγματοποιηθεί στο φαραωνικό Προεδρικό Συγκρότημα Μπεστέπε, ένα παλάτι μεγαλύτερο από τον Λευκό Οίκο και απολύτως εναρμονισμένο με το αυτοκρατορικό αφήγημα του Ερντογάν. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί αν ο Τραμπ αποφασίσει ότι τα Ελληνοτουρκικά προσφέρονται για μια γρήγορη «νίκη» που θα ενισχύσει το προφίλ του (στο πλαίσιο μιας διπλωματίας reality show) ή ακόμη και για τη διευκόλυνση επιχειρηματικών και γεωπολιτικών σχεδιασμών του. Η λογική της Ουάσινγκτον, σε μια τέτοια εκδοχή, δεν θα βασίζεται βεβαίως στο διεθνές Δίκαιο, αλλά στο όφελος από τη συναλλαγή. Γρήγορες διευθετήσεις, εικόνες προεδρικού θριάμβου, αδιαφορία για το διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος για την Αθήνα: όχι στον διάλογο, αλλά στο fast-track κλείσιμο φακέλων που μπορεί να θέλει ο Τραμπ για τους δικούς του λόγους. Και γι’ αυτό ο Φεβρουάριος ήταν μια πρόβα «κόκκινων γραμμών», ιδίως από την ελληνική πλευρά. Διότι κανείς δεν αποκλείει να μας ζητηθεί το καλοκαίρι από τον Τραμπ… «ευελιξία», ενώ στην πράξη θα αποτελεί πίεση για υποχωρήσεις από θεμελιώδεις θέσεις. Ακόμη και για να εξυπηρετηθούν τα ντιλ που κάνουν στο πλάι (μέσω συγγενών τους) Τραμπ και Ερντογάν. Ακόμη και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η νηφαλιότητα από την ελληνική πλευρά δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Κυρίως γιατί έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι δεν τα έχουμε πάει άσχημα μέχρι τώρα, τηρώντας τη γραμμή που χάραξαν Μητσοτάκης και ΥΠΕΞ. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
