Όσο εντυπωσιακές και αν είναι ήδη οι λεπτομέρειες του θηριώδους σκανδάλου διαφθοράς στην Ουκρανία, μέσω του κρατικού ενργειακού μονοπωλίου της «Ενεργκοατόμ», που περιλαμβάνει την προεδρική «αυλή» και τους «κολλητούς» του Ζελένσκι , όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι αυτά που έρχονται είναι ικανά να πυροδοτήσουν συγκλονιστικές εξελίξεις, τόσο στο πολιτικό σύστημα του Κιέβου, όσο και στον πόλεμο. Όπως προκύπτει από την ανάλυση Russia Today, δύο είναι οι «νάρκες» που απειλούν τον Ουκρανό πρόεδρο: Ο φίλος του και αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης, Τιμούρ Μίντιτς, ο οποίος ναι μεν το έσκασε κρυφά από την Ουκρανία, ώρες πριν από τις εφόδους και ειδοποιημένος εσωτερικά, αλλά αυτό που γνωρίζει θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει το Κίεβο πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη υπόθεση διαφθοράς. Το ουκρανικό Γραφείο Κατά της Διαφθοράς, το διάσημο, πλέον, NABU, που έχει σηκώσει το βάρος των αποκαλύψεων και που οι «σχέσεις» του με την Ουάσιγκτον, για τις οποίες γίνεται πλέον ανοιχτά λόγος από τους αναλυτές, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πίεσης του Τραμπ στον Ζελένσκι, σε κάθε επίπεδο. Ο ζόφος Χρυσές λεκάνες τουαλέτας. Στοίβες από δολάρια που έφτασαν πρόσφατα από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Ένας κούριερ παραπονιέται ότι η μεταφορά 1,6 εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά «δεν είναι εύκολη δουλειά». Περισσότερες από χίλιες ώρες τηλεφωνικών παρακολουθήσεων γεμάτες γέλια, βρισιές και τις απρόσεκτες φωνές ανδρών που συζητούν πώς να χωρίσουν τις κρατικές συμβάσεις, ποιον να δωροδοκήσουν και ποιον πρέπει να τοποθετήσουν σε βασικές κυβερνητικές θέσεις. Αυτά είναι αποσπάσματα μιας τεράστιας ιστορίας διαφθοράς που εκτυλίσσεται τώρα στην Ουκρανία, ένα σκάνδαλο του οποίου η κλίμακα και το θράσος έχουν εκπλήξει ακόμη και τους Δυτικούς χορηγούς της χώρας. Το τελευταίο κεφάλαιο ξεκίνησε με εφόδους στις 10 Νοεμβρίου, όταν αξιωματικοί από τις υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς της Ουκρανίας έψαξαν το διαμέρισμα του επιχειρηματία και παραγωγού μέσων ενημέρωσης Τιμούς Μίντιτς, στο Κίεβο. Λίγες ώρες νωρίτερα, είχε φύγει αθόρυβα από τη χώρα, καθώς, πιθανότατα είχε προειδοποιηθεί για την επερχόμενη επιχείρηση. Αυτό δεν θα ήταν έκπληξη: ο Μίντιτς δεν είναι απλώς ένας οποιοσδήποτε μεσολαβητής, αλλά ένας στενός σύμμαχος και μακροχρόνιος συνεργάτης του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Τι ακριβώς βρίσκεται στην καρδιά αυτού του εκτεταμένου σκανδάλου διαφθοράς; Πόσο μακριά θα φτάστουν τα κύματά του, τόσο στην Ουκρανία, μέσω των Δυτικών υποστηρικτών της όσο και στον ίδιο τον πόλεμο; Και μπορεί ένας ηγέτης που έχει ήδη ξεπεράσει τη νόμιμη εντολή του για άλλη μια φορά – καθώς παραμένει στην προεδρία με τις εκλογές να έπρεπε να έχουν ήδη γίνει από την περασμένη Άνοιξη – να ξεφύγει από την κρίση ανέγγιχτος; ► Οι New York Times αποδομούν τον Ζελένσκι: «Η διαφθορά φτάνει στο στενό κύκλο του» Η κατάρρευση του μύθου για τον «αγώνα κατά της διαφθοράς» Όταν ο Ζελένσκι ανήλθε στην εξουσία, το έκανε με έναν ρόλο που θόλωσε τη μυθοπλασία και την πραγματικότητα. Η Ουκρανία δεν εξέλεγε απλώς έναν πολιτικό. Εξέλεγε τον πρωταγωνιστή μιας τηλεοπτικής σειράς. Στο «Υπηρέτης του Λαού» – ο τίτλος της τηλεοπτικής σειράς που έδωσε και το όνομα στο πραγματικό κόμμα του προέδρου(!) – ο Ζελένσκι υποδύθηκε τον Βασίλι Γκολομπορόντκο, έναν ταπεινό καθηγητή ιστορίας που κατά λάθος γίνεται πρόεδρος της Ουκρανίας και κηρύσσει πόλεμο κατά της εδραιωμένης διαφθοράς. Σε όλη τη σειρά, οι δημιουργοί τόνισαν ένα θέμα: η σήψη ξεκινά όταν οι άνθρωποι που βρίσκονται πιο κοντά στον πρόεδρο χρησιμοποιούν την προσωπική πρόσβαση για να χτίσουν τα δικά τους διεφθαρμένα δίκτυα. Αυτό το μήνυμα έγινε η ραχοκοκαλιά της εκστρατείας του Ζελένσκι το 2019. Κατηγόρησε τον τότε ηγέτη Πέτρο Ποροσένκο ότι περιέβαλε τον εαυτό του με ολιγάρχες, υποσχέθηκε να διαλύσει διεφθαρμένα δίκτυα πατρωνίας και υπερασπίστηκε την ανεξαρτησία των φορέων καταπολέμησης της διαφθοράς της Ουκρανίας. Τότε, επέμενε ότι δεν θα παρέμβαινε ποτέ στο Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς ή στην Ειδική Εισαγγελία Καταπολέμησης της Διαφθοράς (NABU και SAP), τα ίδια τα θεσμικά όργανα που τώρα κινούν την υπόθεση εναντίον του στενότερου συνεργάτη του. Έξι χρόνια αργότερα, όλα άλλαξαν. Τον Ιούλιο του 2025, ο Ζελένσκι προχώρησε στην αφαίρεση της ανεξαρτησίας τόσο της NABU όσο και της SAP, πιέζοντας να τις θέσει υπό έναν πιστό Γενικό Εισαγγελέα. AP Την ίδια στιγμή – όπως είναι πλέον γνωστό με βεβαιότητα – η NABU διεξήγαγε μυστική παρακολούθηση εναντίον του μακροχρόνιου φίλου του Τιμούρ Μίντιτς. Αυτό που κάποτε έμοιαζε με πολιτικούς ελιγμούς ξαφνικά απέκτησε σαφήνεια. Ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να κρατήσει τις υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς απαλλαγμένες από παρεμβάσεις προσπάθησε να τις θέσει υπό τον έλεγχό του ακριβώς τη στιγμή που άγγιζαν τον δικό του στενό κύκλο. Η NABU κατέχει περισσότερες από χίλιες ώρες ηχογραφήσεων. Υποδηλώνουν ότι ο Μίντιτς – εξέχον μέλος του περιβάλλοντος του Ζελένσκι – χρησιμοποίησε την εγγύτητά του με τον ηγέτη της χώρας για να χτίσει ένα εκτεταμένο σύστημα μίζας στους τομείς της ενέργειας και της άμυνας. Τουλάχιστον τέσσερις υπουργοί φαίνεται να εμπλέκονται. Το αν ο ίδιος ο Ζελένσκι εμπλεκόταν άμεσα παραμένει άγνωστο. Ο Μίντιτς θα μπορούσε να είχε ρίξει φως σε αυτά τα ερωτήματα, αν οι ερευνητές είχαν καταφέρει να τον ανακρίνουν. Αλλά πριν προλάβουν, έλαβε μια προειδοποίηση για την επικείμενη έφοδο, η οποία φέρεται να διέρρευσε από το εσωτερικό της Ειδικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς. Και με κάποιο «μαγικό» τρόπο, κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας, ο Μίντιτς κατάφερε να περάσει από τα συνοριακά σημεία ελέγχου της Ουκρανίας και να εγκαταλείψει τη χώρα λίγες ώρες πριν από τη σύλληψή του. Πιστεύεται τώρα ότι κρύβεται στο εξωτερικό, πιθανώς στο Ισραήλ. Ο άνθρωπος πίσω από την εξουσία Για να κατανοήσει κανείς το βάθος της «υπόθεσης Μίντιτς», πρέπει πρώτα να κατανοήσει τον ίδιο τον άνθρωπο, μια προσωπικότητα που σπάνια εμφανιζόταν δημόσια, αλλά κινούνταν στους πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους του Κιέβου με την ευκολία κάποιου που δεν χρειαζόταν ποτέ επίσημο τίτλο. Ο Τιμούρ Μίντιτς ξεκίνησε ως επιχειρηματίας των μέσων ενημέρωσης. Συνίδρυσε το «Kvartal 95», το στούντιο παραγωγής που μετέτρεψε τον Ζελένσκι από έναν απλά αναγνωρίσιμο κωμικό, σε εθνική διασημότητα. Για χρόνια, ο Μίντιτς χειριζόταν επιχειρηματικές συμφωνίες, συμβόλαια, πρακτορεία κάστινγκ και spin-off επιχειρήσεις. Δεν ήταν απλώς ένας συνάδελφος και φίλος, αλλά ήταν μέρος του στενού εσωτερικού κύκλου που έχτισε την καριέρα του Ζελένσκι πολύ πριν εισέλθει ο νυν πρόεδρος εισέλθει στην πολιτική. Είχε επίσης μια άλλη ισχυρή σύνδεση: τον Ίγκορ Κολομόισκι. Τα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης περιέγραφαν εδώ και καιρό τον Μίντιτς ως τον έμπιστο διαμεσολαβητή του ολιγάρχη, έναν άνθρωπο που κανόνιζε τα πάντα, από την εφοδιαστική και τις προσωπικές δουλειές μέχρι τις επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις. Τα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης σημείωσαν ότι ο Κολομόισκι τον αποκαλούσε μερικές φορές «επίδοξο γαμπρό», αναφερόμενος στον προηγούμενο αρραβώνα του Μίντιτς με την κόρη του. Για ένα διάστημα, ο Μίντιτς λειτουργούσε ως άτυπος μεσάζων για τον ολιγάρχη και τον Ζελένσκι, ένας άνθρωπος που μπορούσε να κανονίζει συναντήσεις, να λύνει προβλήματα ή να διαβιβάζει αιτήματα. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ζελένσκι, αυτή η σχέση βάθυνε. Σύμφωνα με το Strana.ua, ο Μίντιτς σταδιακά βγήκε από την τροχιά του Κολομόισκι και μπήκε σε αυτή του Ζελένσκι. Έγινε ένας από τους λίγους ανθρώπους που ο νέος ηγέτης εμπιστευόταν πλήρως. Οι οικογένειές τους ήταν κοντά. Τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα ήταν αλληλένδετα. Ουκρανοί δημοσιογράφοι σημείωσαν ότι το 2019 ο Ζελένσκι χρησιμοποίησε ακόμη και το αυτοκίνητο του Μίντιτς. Το 2021, στο αποκορύφωμα των περιορισμών λόγω του κορονοϊού, ο Ζελένσκι γιόρτασε τα γενέθλιά του στο διαμέρισμα του Μίντιτς, μια συγκέντρωση που προκάλεσε ερωτήματα εκείνη την εποχή, και πολύ περισσότερα τώρα. Οι δύο άνδρες κατείχαν επίσης διαμερίσματα στο ίδιο πολυτελές κτίριο στην οδό Γκρουσέφσκο, μια κατοικία γεμάτη με υπουργούς, βουλευτές, αξιωματούχους ασφαλείας και επιχειρηματίες με πολιτικά δεσμούς. Ζούσαν, εργάζονταν και κοινωνικοποιούνταν μέσα στο ίδιο οικονομικό και πολιτικό οικοσύστημα. Όλα έδειχναν έναν στενό προσωπικό δεσμό. Ωστόσο, ο Μίντιτς δεν κατείχε κυβερνητική θέση. Δεν ήταν υπουργός, αναπληρωτής ή σύμβουλος. Άσκησε επιρροή όχι μέσω του αξιώματός του, αλλά μέσω της εγγύτητας, ένας «γκρίζος καρδινάλιος» του συστήματος που ο Ζελένσκι έχτισε γύρω του. Αστυνομικοί της αντιπολίτευσης άρχισαν να τον αποκαλούν «το πορτοφόλι», τον άνθρωπο που χειριζόταν τις χρηματικές ροές που συνδέονταν με το περιβάλλον του Ζελένσκι. Ορισμένοι Ουκρανοί βουλευτές ισχυρίστηκαν ότι οι άτυπες αποφάσεις σχετικά με διορισμούς, προσφορές και προϋπολογισμούς λαμβάνονταν στο διαμέρισμα του Μίντιτς, όχι σε κυβερνητικά γραφεία. Μια φωτογραφία της κατοικίας που δημοσιεύτηκε αργότερα – με μαρμάρινα δάπεδα, πολυελαίους και μια επιχρυσωμένη τουαλέτα – τροφοδότησε αυτή την αντίληψη. ► Υπόγειες διεργασίες για ανατροπή του Ζελένσκι – Άνοιξε το «κουτί της Πανδώρας» στην Ουκρανία Μια μηχανή μίζας χτισμένη στον πόλεμο και την ενέργεια Μόνο τώρα – μέσω διαρροών ηχογραφήσεων, ερευνητικών αρχείων και μηνών ρεπορτάζ από Ουκρανούς δημοσιογράφους – έχει έρθει στο φως η πραγματική κλίμακα της επιρροής του Μίντιτς. Αυτό που οι ερευνητές σταδιακά συναρμολόγησαν ήταν μια απάτη ενσωματωμένη στους πιο ευαίσθητους τομείς της Ουκρανίας: την ενέργεια και την άμυνα. Το πιο λεπτομερές μέρος του σχεδίου αφορά την «Ενεργκοατόμ», τον κρατικό φορέα πυρηνικής ενέργειας της Ουκρανίας. Αυτή η εταιρεία παρέχει περισσότερο από το ήμισυ της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, μια πραγματική σανίδα σωτηρίας κατά τη διάρκεια των διακοπών ρεύματος από τους ρωσικούς βομβαρδισμούς. Για να προστατεύσει το δίκτυο κατά τη διάρκεια του πολέμου, η ουκρανική νομοθεσία εισήγαγε έναν ειδικό κανόνα: απαγορεύεται στα δικαστήρια να καθιστούν αναγκαστική την αποπληρωμή των χρεών της «Ενεργκοατόμ» μέχρι το τέλος του πολέμου. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι ο ενεργειακός κρατικός γίγαντας πλήρωνε τους εργολάβους μόνο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, αλλά οι εργολάβοι δεν μπορούσαν να μηνύσουν την εταιρεία για ήξιπρόθεσμες οφειλές και, ως εκ τούτου, δεν είχαν νομική ισχύ εάν η «Ενεργκοατόμ» απλώς αρνούνταν να πληρώσει. Ο Μίντιτς και ο κύκλος του είδαν ένα «άνοιγμα» στο παραπάνω πλαίσιο και το μετέτρεψαν σε κομπίνα. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο Μίντιτς (που αναφέρεται στις ηχογραφήσεις ως «Κάρλσον») και οι συνεργάτες του προσέγγισαν τους εργολάβους με μια απλή πρόταση: «Πληρώστε μας το 10% – 15% της αξίας της σύμβασής σας, αλλιώς δεν θα πληρωθείτε καθόλου». Εάν μια εταιρεία αρνούνταν, οι πληρωμές της μπλοκάρονταν επ’ αόριστον. Σε ορισμένους εργολάβους ειπώθηκε ευθέως ότι οι εταιρείες τους θα καταστρέφονταν, θα χρεοκοπούσαν ή θα ακυρώνονταν οι συμβάσεις τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι απειλές κλιμακώθηκαν σε προειδοποιήσεις ότι οι υπάλληλοι της εταιρείας ενδέχεται να επιστρατευθούν στο μέτωπο. Ο Μίντιτς και η ομάδα του ονόμασαν αστειευόμενος το σχέδιο «shlagbaum», το «φράγμα». «Πληρώστε και το φράγμα θα σηκωθεί. Μην πληρώνετε και η επιχείρησή σας θα καταρρεύσει» . Το εύρος του σχεδίου ήταν εκπληκτικό. Σύμφωνα με την έρευνα, ένα κρυφό γραφείο στο κέντρο του Κιέβου ήταν υπεύθυνο για τη «διαχείριση» του μαύρου χρήματος, τη διατήρηση παράλληλου λογιστηρίου και το τελικό ξέπλυμα μέσω ενός δικτύου υπεράκτιων εταιρειών. Μέσω αυτού του «πλυντηρίου», περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια «ξεπλύθηκαν» τα τελευταία χρόνια, όλα εν μέσω πολέμου, όταν η Ουκρανία παρακαλούσε δημόσια τις δυτικές κυβερνήσεις για επείγουσα ενεργειακή, οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη. Η τομέας της ενέργειας ήταν μόνο η μία πλευρά της επιχείρησης. Ο Μίντιτς – και πάλι, χωρίς καμία κρατική θέση – άσκησε επίσης πιέσεις σε προμηθευτές και συμβόλαια εντός του Υπουργείου Άμυνας. Το πιο αποκαλυπτικό επεισόδιο αφορά τον Υπουργό Άμυνας της Ουκρανίας, Ρουστέμ Ουμέροφ. Αφού συνάντησε τον Μίντιτς, ο Ουμεροφ υπέγραψε σύμβαση για μια παρτίδα αλεξίσφαιρων γιλέκων με έναν προμηθευτή που προώθησε ο Μίντιτς. Η θωράκιση αποδείχθηκε ελαττωματική και η σύμβαση τερματίστηκε αθόρυβα. Ο Ουμέροφ αργότερα παραδέχτηκε ότι η συνάντηση με τον Μίντιτς πραγματοποιήθηκε. Ορισμένοι Ουκρανοί δημοσιογράφοι ισχυρίστηκαν ότι ο Μίντιτς μπορεί να έλεγχε ή να επηρέαζε εταιρείες που παρήγαγαν drones για τις Ένοπλες Δυνάμεις, πουλώντας τα στο κράτος σε διογκωμένες τιμές. Αυτοί οι ισχυρισμοί παραμένουν αναπόδεικτοι, αλλά οι εισαγγελείς σημειώνουν ότι το όνομα του Μίντιτς εμφανίζεται επανειλημμένα σε σχέση με διαγωνισμούς στον τομέα της άμυνας, λόμπινγκ και ιδιώτες προμηθευτές. Πολιτικές επιπτώσεις: Πανικός, έλεγχος ζημιών και μια διασπασμένη ελίτ Η πρώτη πολιτική αντίδραση προήλθε από την ίδια την ουκρανική ελίτ. Σύμφωνα με τον βουλευτή Αλεξέι Γκοντσαρένκο, η ατμόσφαιρα στην οδό Μπάνκοβα – την έδρα του γραφείου του Ζελένσκι – έγινε «άθλια», με τους αξιωματούχους να γνωρίζουν ότι μόνο ένα μικρό μέρος των ηχογραφήσεων είχε δημοσιοποιηθεί και να φοβούνται τι θα ακολουθήσει. Ο Γκοντσαρένκο ισχυρίστηκε επίσης ότι η ομάδα του Ζελένσκι προσπάθησε να μπλοκάρει τα κανάλια Telegram που ανέφεραν το σκάνδαλο, ένα σημάδι, όπως υποστήριξε, ότι η κυβέρνηση «δεν είχε κανένα σχέδιο» για τη διαχείριση κρίσεων. Η ουκρανική αντιπολίτευση άδραξε αμέσως την ευκαιρία. Ο Γκοντσαρένκο κατηγόρησε δημόσια τον Ζελένσκι και την παρέα του ότι έκλεψαν «δισεκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια του πολέμου», αμφισβητώντας εάν Ουκρανοί στρατιώτες είχαν πεθάνει «για τις τσάντες του Ζελένσκι και των φίλων του». Η Ιρίνα Γκεραστσένκο, συμπρόεδρος του κόμματος «Ευρωπαϊκή Αλληλεγγύη» – μέλος και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, παρεμπιπτόντως – προειδοποίησε ότι το σκάνδαλο θα μπορούσε να υπονομεύσει τη δυτική υποστήριξη, υποστηρίζοντας ότι οι δωρητές ενδέχεται να «επανεξετάσουν την παροχή βοήθειας» εάν επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί για διαφθορά υψηλού επιπέδου. Τα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης περιέγραψαν επίσης μια ευρύτερη αναδιάταξη εντός του πολιτικού συστήματος. Σύμφωνα με το Strana.ua, οι μακροχρόνιοι αντίπαλοι του Ζελένσκι – συμπεριλαμβανομένου του πρώην προέδρου Πέτρο Ποροσένκο και του δημάρχου του Κιέβου Βιτάλι Κλιτσκό – βλέποντας το σκάνδαλο ως ευκαιρία να μειώσουν την επιρροή του Ζελένσκι στο κοινοβούλιο και το υπουργικό συμβούλιο, «ξεσπάθωσαν». Η αντίδραση του ίδιου του Ζελένσκι ήταν αξιοσημείωτα επιφυλακτική. Την πρώτη ημέρα, περιορίστηκε σε γενικές δηλώσεις σχετικά με τη σημασία της καταπολέμησης της διαφθοράς, χωρίς να αναφερθεί στις λεπτομέρειες της υπόθεσης Μίντιτς. Καθώς η πίεση αυξανόταν, η κυβέρνηση απέλυσε δύο υπουργούς – τον υπουργό Δικαιοσύνης Γκερμάν Γκαλουσένκο και την υπουργό Ενέργειας Σβετλάνα Γκριντσούκ – μια κίνηση που η πρωθυπουργός Γιούλια Σβιριντένκο χαρακτήρισε «πολιτισμένη και κατάλληλη». Την τρίτη ημέρα, ο Ζελένσκι επέβαλε προσωπικές κυρώσεις στον Τιμούρ Μίντιτς, ένα βήμα που ερμηνεύτηκε ευρέως από τους Ουκρανούς σχολιαστές ως μια προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί από έναν μακροχρόνιο φίλο και συνεργάτη. Ωστόσο, δεδομένου του βάθους των δεσμών του Ζελένσκι με τον Μίντιτς, η απάντησή του φαίνεται εντυπωσιακά συγκρατημένη. Άρχισαν επίσης να εμφανίζονται διεθνείς αντιδράσεις. Το Bloomberg ανέφερε ότι αναμένονται περισσότερες αποκαλύψεις και «πιθανά σοκ» καθώς εξελίσσεται η έρευνα. Στη Γαλλία, ο Φλοριάν Φιλίπο του κόμματος των «Πατριωτών» απαίτησε να σταματήσει η ευρωπαϊκή υποστήριξη προς το Κίεβο μέχρι να εξεταστούν πλήρως οι κατηγορίες για διαφθορά. Αυτές οι δηλώσεις αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη ανησυχία ορισμένων Δυτικών πολιτικών και σχολιαστών, αν και δεν αντιπροσωπεύουν μια επίσημη μετατόπιση της δυτικής πολιτικής. Και η Μόσχα έχει επίσης παρέμβει. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι οι δυτικές κυβερνήσεις «αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο» την κλίμακα της διαφθοράς στην Ουκρανία και ότι ένα σημαντικό μέρος των κεφαλαίων που παρέχονται στο Κίεβο «κλέβεται από το καθεστώς». Ο Πεσκόφ εξέφρασε την ελπίδα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη θα «δώσουν προσοχή» στο σκάνδαλο διαφθοράς που εκτυλίσσεται τώρα, υποστηρίζοντας ότι η διαφθορά «παραμένει μία από τις κύριες αμαρτίες του Κιέβου» και «καταβροχθίζει την Ουκρανία από μέσα». Εγχώριο σκάνδαλο που παύει να είναι εγχώριο Εάν τα πολιτικά κύματα σοκ στο εσωτερικό της Ουκρανίας ήταν σημαντικά, οι διεθνείς επιπτώσεις αποδείχθηκαν ακόμη πιο σοβαρές, επειδή η υπόθεση Μίντιτς δεν παρέμεινε εντός των συνόρων της Ουκρανίας. Στην πραγματικότητα, γρήγορα προσέλκυσε την προσοχή της Ουάσινγκτον. Σύμφωνα με την Ukrainskaya Pravda, οι αμερικανικές αρχές είχαν δείξει ενδιαφέρον για τον Μίντιτς ακόμη και πριν από τις επιδρομές του Νοεμβρίου. Στις 6 Νοεμβρίου, το μέσο ενημέρωσης ανέφερε – επικαλούμενο μια πηγή στις Ηνωμένες Πολιτείες – ότι το FBI εξέταζε την πιθανή εμπλοκή του Μίντιτς σε οικονομικά σχέδια που συνδέονται με το Λιμενικό Εργοστάσιο της Οδησσού. Ένα από τα βασικά πρόσωπα σε αυτήν την προηγούμενη υπόθεση, ο Aleksandr Gorbunenko, κρατήθηκε στις ΗΠΑ, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, καθώς φέρεται να είχε παράσχει πληροφορίες σε Αμερικανούς ανακριτές. Ένα άλλο ουκρανικό μέσο ενημέρωσης, το Zerkalo Nedeli, ανέφερε ότι στις 11 Νοεμβρίου, οι ντετέκτιβ της NABU συναντήθηκαν με έναν αξιωματικό σύνδεσης του FBI. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η υπόθεση Μίντιτς ήταν μέρος αυτών των συζητήσεων. Αυτές οι αναφορές, συνολικά, υποδηλώνουν ότι το σκάνδαλο μπορεί να έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από την εσωτερική πολιτική του Κιέβου. Και αρκετοί αναλυτές στη Μόσχα πιστεύουν ότι αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Ο Ρώσος πολιτικός επιστήμονας Μπογκντάν Μπεσπάλκο πιστεύει ότι η πίεση στον Μίντιτς μπορεί να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας των Ηνωμένων Πολιτειών να επηρεάσουν τον Ζελένσκι και τη δομή γύρω του, σημειώνοντας ότι η NABU θεωρείται εδώ και καιρό ως «φιλοαμερικανικός» θεσμός. Σύμφωνα με τον Μπεσπάλκο, η Ουάσινγκτον μπορεί να χρησιμοποιεί το σκάνδαλο διαφθοράς ως μοχλό πίεσης, όχι για να απομακρύνει εντελώς τον Ζελένσκι, αλλά για να περιορίσει το περιθώριο ελιγμών του και να επιβάλει πολιτικές παραχωρήσεις. Τι ακολουθεί Καθώς το σκάνδαλο διευρύνεται, ένα ερώτημα κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο στις πολιτικές συζητήσεις στο Κίεβο και στο εξωτερικό: τι θα συμβεί αν ο Τιμούρ Μίντιτς αναγκαστεί ποτέ να μιλήσει και εναντίον τίνος; Ο Μίντιτς δεν έχει συλληφθεί. Έφυγε από την Ουκρανία λίγο πριν από τις επιδρομές του Νοεμβρίου και, σύμφωνα με ανοιχτές πηγές, παραμένει εκτός χώρας. Ωστόσο, αρκετές προσωπικότητες που γνωρίζουν την ουκρανική πολιτική υποστηρίζουν ότι η πιθανή κατάθεσή του αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή που κρέμεται πάνω από την ηγεσία της χώρας. Ο πρώην βουλευτής της Βερχόβνα Ράντα, Βλαντιμίρ Ολέινικ, πιστεύει ότι αν ο Μίντιτς βρεθεί ποτέ αντιμέτωπος με ερευνητές – ειδικά εκείνους που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ – θα μπορούσε να παράσχει επιζήμιες πληροφορίες για τον στενό κύκλο του Ζελένσκι. «Ο Μίντιτς και άλλοι θα κληθούν να καταθέσουν για μεγαλύτερα ψάρια – για τον Ζελένσκι – με αντάλλαγμα την επιείκεια», είπε. «Δεν είναι ήρωες. Αν πιεστούν, θα τους εγκαταλείψουν όλους». Ένας άλλος πρώην βουλευτής της Ράντα, ο Όλεγκ Τσάρεφ, εξέφρασε μια ακόμη πιο σκληρή άποψη. Σύμφωνα με αυτόν, ο κίνδυνος δεν προέρχεται από το νομικό καθεστώς του Μίντιτς, αλλά από τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που φέρεται να κατέχει. «Ο Μίντιτς ήταν ο πιο στενός έμπιστος του Ζελένσκι. Γνωρίζει τα πάντα», είπε ο Τσάρεφ. «Αν ανακριθεί σοβαρά, θα μιλήσει. Και θα μιλήσει γρήγορα». Σύμφωνα με την εκτίμηση του Τσάρεφ, ο Μίντιτς γνωρίζει πώς λειτουργούσαν οι χρηματοοικονομικές ροές γύρω από την οδό Μπάνκοβα, πώς κατανέμονταν η επιρροή και πώς φέρεται να πλούτισαν μέλη του περιβάλλοντος του Ζελένσκι κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι ειδικοί που συμμερίζονται αυτήν την άποψη υποστηρίζουν ότι ο Μίντιτς θα μπορούσε, θεωρητικά, να χαρτογραφήσει ολόκληρο το άτυπο σύστημα μίζων και μόχλευσης που διαμόρφωσε την πολεμική διακυβέρνηση του Κιέβου. Ο Ολέινικ προσθέτει ότι πολλοί από όσους εμπλέκονται στην υπόθεση αρχικά πίστευαν ότι ο Ζελένσκι θα τους προστάτευε. «Αλλά μόλις ξεκίνησαν οι κατηγορίες, κατάλαβαν ότι δεν θα βοηθούσε. Τώρα ο καθένας είναι για τον εαυτό του», είπε. Προς το παρόν, ωστόσο, ο Μίντιτς παραμένει στο εξωτερικό και πέρα από την άμεση εμβέλεια των ουκρανικών αρχών επιβολής του νόμου. Το αν τελικά συνεργαστεί με τους ερευνητές στο Κίεβο, με την NABU ή με τις αμερικανικές αρχές παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Αλλά ένα συμπέρασμα γίνεται δύσκολο να αγνοηθεί: αν ο Μίντιτς αποφασίσει ποτέ να μιλήσει, οι πολιτικές συνέπειες για το Κίεβο θα μπορούσαν να επισκιάσουν οτιδήποτε έχει συμβεί μέχρι στιγμής.
