Η Νέα Μείωση των Επιτοκίων και οι Συνέπειές της
Η πρόσφατη μείωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κατά 0,25% που ανακοινώθηκε χθες (17.04.2025) αναμένεται να έχει θετικές επιδράσεις στην ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία, ειδικά σε ένα περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητα λόγω του εμπορικού πολέμου.
Ωστόσο, το διεθνές αυτό σκηνικό απαιτεί να διατηρούμε «χαμηλά τον πήχη», παρά την ανάγκη της ελληνικής οικονομίας για ένα υποστηρικτικό νομισματικό κλίμα με χαμηλά επιτόκια από την ΕΚΤ ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει τους φιλόδοξους αναπτυξιακούς στόχους της και να αντιμετωπίσει τις διαχρονικές παθογένειες που τη χαρακτηρίζουν.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, υιοθετεί μια προσέγγιση πιο κοντά στους «περιστεριών» εντός του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, προωθώντας τη δυνατότητα περαιτέρω χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Πώς επηρεάζει η μείωση των επιτοκίων την παραγωγικότητα;
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του διοικητή της ΤτΕ, η σωστή νομισματική πολιτική μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της παραγωγικότητας στην εργασία — έναν τομέα όπου η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις. Τα χαμηλότερα επιτόκια μπορούν υπό ορισμένες συνθήκες να ενισχύσουν αυτήν την παραγωγικότητα.
Aυτό είναι κρίσιμο για την ελληνική οικονομία καθώς απαιτούνται πολλές μεταρρυθμίσεις πέρα από τη νομισματική πολιτική. Το ΙΟΒΕ προειδοποιεί ότι αν δεν υπάρξει αύξηση στην παραγωγικότητα, η τρέχουσα ανάπτυξη θα φτάσει σε κορεσμό στο πλαίσιο του υπάρχοντος παραγωγικού μοντέλου και θα αρχίσει πιθανόν να υποχωρεί καθώς «η μεγέθυνση μέσω χρήσης πόρων πλησιάζει τα όριά της».
Οι συνέπειες για τις επενδύσεις
Η σταδιακή πτώση του κόστους δανεισμού έχει σημαντικές συνέπειες για τις επενδύσεις. Η αύξηση στην παραγωγικότητα λόγω των μειωμένων επιτοκίων μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για νέες τεχνολογίες που είναι πιο αποδοτικές και καινοτόμες σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα.
Eπιπλέον όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι δασμοί και η αβεβαιότητα που προκαλούνται στη διεθνή αγορά δημιουργούν ένα δυσμενές περιβάλλον για τις δημόσιες ή ιδιωτικές επενδύσεις — ιδιαίτερα σε μια χρονιά όπου η Ελλάδα σχεδιάζει ένα εκτεταμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ύψους 15 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Οι τράπεζες μπροστά στις αλλαγές
Οι άμεσες συνέπειες αυτής της νέας πτώσης των επιτοκίων πλήττουν κυρίως το τραπεζικό σύστημα, το οποίο ελπίζει σε πιστωτική επέκταση. Με σημαντικά βήματα πρόοδου μέσα στο 2024 — όπως δείχνουν τα στοιχεία από την ΤτΕ — οι τράπεζες προσβλέπουν στη συνεχιζόμενη πτώση των επιτοκίων ώστε να παρέχουν φθηνότερη χρηματοδότηση στους καταναλωτές προς στήριξη κατανάλωσης και ανάπτυξης.
Pαρ’ όλα αυτά δεν πρέπει κανείς να παραβλέψει τους κινδύνους μιας πιθανής παγκόσμιας ύφεσης ή καθυστέρησης εξαιτίας περαιτέρω κλιμάκωσης του εμπορικού πολέμου μετά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Αυτές οι συνθήκες μπορεί ενδεχομένως ν’ οδηγήσουν σε μειωμένη ζήτηση δανείων καθώς ένας δύσκολος οικονομικός χώρος αποθαρρύνει τη λήψη νέων υποχρεώσεων.
Tελικά πάντως, η πτώση των επιτοκιών από την ΕΚΤ μπορεί ν’ αποδειχθεί ευεργετική για την οικονομία μας όπως επίσης κι άλλοι δυο γύροι μειώσεων μέχρι το τέλος του έτους σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών— πάντα όμως μέσα σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητες…
