Η τελευταία δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ για το ενδεχόμενο να στείλει χερσαίες δυνάμεις στον πόλεμο με το Ιράν ήταν σιβυλλική. «Δεν στέλνω στρατεύματα, αλλά αν το έκανα, σίγουρα δεν θα σας το έλεγα», απάντησε σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου, διαμηνύοντας ταυτόχρονα πως «δεν φοβάται ένα νέο Βιετνάμ, δεν φοβάται τίποτα». Ωστόσο Αμερικανοί αξιωματούχοι που γνωρίζουν το ζήτημα, επιβεβαίωσαν στο Axios, ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εξετάζει σοβαρά σχέδια για την κατάληψη ή τον αποκλεισμό του νησιού Χαργκ στο Ιράν, με στόχο να πιέσει την Τεχεράνη να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Εξάλλου ήδη το πλοίο USS Tripoli, που μεταφέρει περίπου 2.500 Αμερικανούς πεζοναύτες, πλέει προς την περιοχή. Δύο ακόμη μονάδες αντίστοιχου μεγέθους κατευθύνονται επίσης προς τη Μέση Ανατολή. Ο Λευκός Οίκος και το Πεντάγωνο συζητούν επιπλέον ενισχύσεις, χωρίς να έχει ληφθεί τελική απόφαση, όπως προκύπτει από σχέδια που αποκάλυψε αρχικά το Newsmax και το Reuters. Το ενδεχόμενο αποστολής στρατού άφησε ανοιχτό και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, παραδεχόμενος ότι για να καταρρεύσει το ιρανικό καθεστώς απαιτείται «χερσαία δύναμη». «Μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα από αέρος, και το κάνουμε, αλλά πρέπει να υπάρχει και ένα χερσαίο στοιχείο», είπε, προσθέτοντας: «Υπάρχουν πολλές πιθανότητες για αυτό το χερσαίο στοιχείο και παίρνω την ελευθερία να μην σας τις αποκαλύψω όλες». «Ναι, το καθεστώς θα μπορούσε να αλλάξει», είπε ο Νετανιάχου μιλώντας σε δημοσιογράφους. «Είναι εγγυημένο; Όχι. Και εν τέλει εναπόκειται στον ιρανικό λαό, να αξιοποιήσει τις συνθήκες που δημιουργούμε, αποδυναμώνοντας το καθεστώς». Ο κεντρικός άξονας του σχεδίου Τραμπ Η εκτίμηση της αμερικανικής κυβέρνησης, βάσει της οποίας γίνονται και οι σχεδιασμοί, είναι πως δεν μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο – τουλάχιστον με τους όρους που επιθυμεί – αν δεν σπάσει τον έλεγχο του Ιράν στη ναυσιπλοϊά στα Στενά του Ορμούζ. Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα περνούσε πριν από τον πόλεμο σχεδόν το 20% της συνολικής παραγωγής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως. Σήμερα οι ροές έχουν σχεδόν μηδενιστεί και οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας εκτοξεύονται, οδηγώντας σε μια νέα διεθνή κρίση. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ αρνήθηκαν οποιαδήποτε εμπλοκή σε μια εκστρατεία στα Στενά του Ορμούζ, με τους Ευρωπαίους του ΝΑΤΟ να διαμηνύουν στον Τραμπ πως «αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός τους», μια στάση που παραπέμπει στην αντίστοιχη του Αμερικανού Προέδρου για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο Τραμπ, που ζήτησε την υποστήριξη των ΝΑΤΟϊκών, ισχυρίστηκε – μετά την απόρριψη – πως «δεν χρειάζεται τη βοήθεια κανενός» και πως «η Αμερική είναι η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο». Ωστόσο η κατάληψη ενός νησιού, περίπου 15 μίλια από την ακτή του Ιράν, ακόμη και για τον ισχυρότερο στρατό είναι μια κίνηση υψηλού ρίσκου, καθώς θα φέρει τα αμερικανικά στρατεύματα πιο άμεσα στο στόχαστρο της Τεχεράνης. Επιπλέον η εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν είναι μια κίνηση που απορρίπτεται από μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με αξιωματούχους που μίλησαν στο Axios, μια τέτοια επιχείρηση θα ξεκινούσε μόνο αφού ο αμερικανικός στρατός αποδυναμώσει περαιτέρω τις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. «Χρειαζόμαστε περίπου έναν μήνα για να αποδυναμώσουμε περισσότερο τους Ιρανούς με πλήγματα, να καταλάβουμε το νησί και μετά να τους πιέσουμε ασφυκτικά ώστε να το χρησιμοποιήσουμε στις διαπραγματεύσεις», δήλωσε πηγή με γνώση των σκέψεων στον Λευκό Οίκο. Μια τέτοια επιχείρηση, αν εγκριθεί, θα απαιτήσει και περισσότερα στρατεύματα. Υπενθυμίζεται πως τρεις διαφορετικές μονάδες Πεζοναυτών κατευθύνονται ήδη προς την περιοχή, ενώ ο Λευκός Οίκος και το Πεντάγωνο εξετάζουν την αποστολή ακόμη περισσότερων δυνάμεων, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο. «Ο Τραμπ θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ» «Θέλει να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ. Αν χρειαστεί να καταλάβει το νησί Χαργκ για να γίνει αυτό, θα το κάνει. Αν αποφασίσει να προχωρήσει σε αποβατική επιχείρηση, θα το κάνει. Αλλά αυτή η απόφαση δεν έχει ληφθεί ακόμη», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης στο Axios. «Πάντα υπήρχαν χερσαίες δυνάμεις σε συγκρούσεις υπό κάθε πρόεδρο, συμπεριλαμβανομένου του Τραμπ. Καταλαβαίνω ότι αυτό είναι εμμονή των ΜΜΕ και αντιλαμβάνομαι την πολιτική διάσταση, αλλά ο πρόεδρος θα κάνει αυτό που θεωρεί σωστό», ανέφερε δεύτερος ανώτερος αξιωματούχος, προσθέτοντας και αυτός ότι δεν έχει ληφθεί τελική απόφαση. Αρκεί η κατάληψη του Χαρκ για να «πέσει» το Ιράν; Παρότι το νησί Χαργκ είναι κρίσιμο για την ιρανική πετρελαϊκή βιομηχανία, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η κατάληψή του θα οδηγήσει την Τεχεράνη σε συμφωνία με τους όρους του Τραμπ. Ο απόστρατος υποναύαρχος Μαρκ Μοντγκόμερι δήλωσε στο Axios ότι μια τέτοια αποστολή θα μπορούσε να εκθέσει τα αμερικανικά στρατεύματα σε αχρείαστο κίνδυνο, δεδομένου του αβέβαιου αποτελέσματος. «Αν καταλάβουμε το νησί Χαργκ, εκείνοι θα κλείσουν τη στρόφιγγα από την άλλη πλευρά. Δεν είναι σαν να ελέγχουμε την παραγωγή πετρελαίου τους», είπε. Ο Μοντγκόμερι εκτίμησε ότι είναι πιο πιθανό, έπειτα από περίπου δύο ακόμη εβδομάδες επιθέσεων για την αποδυνάμωση των ιρανικών δυνατοτήτων, οι ΗΠΑ να στείλουν αντιτορπιλικά και αεροσκάφη στα στενά για να συνοδεύουν τα δεξαμενόπλοια, αποφεύγοντας έτσι την ανάγκη για εισβολή. Προειδοποιήσεις για ενεργειακό «κραχ» Το νησί Χαργκ βρίσκεται στον πυρήνα της πετρελαϊκής βιομηχανίας και η κατάληψή τους, εκτός από το οικονομικό πλήγμα που θα επέφερε στην Τεχεράνη, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως «βαρύ χαρτί» για να αναγκαστεί το Ιράν να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ. Ορισμένοι στην Ουάσινγκτον εκτιμούν πως θα μπορούσε να αποδειχτεί και το «καταληκτικό χτύπημα» για το ιρανικός καθεστώς. Ταυτόχρονα όμως – και χωρίς αμφιβολία – μια επιχείρηση κατάληψης του Χαργκ θα πυροδοτήσει και σφοδρά αντίποινα από την Τεχεράνη, η οποία μετά το χτύπημα στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars, απέδειξε πως έχει την ικανότητα να πλήξει ενεργειακές υποδομές σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο. Είναι ενδεικτικό πως τα κράτη του Κόλπου, σύμμαχοι των ΗΠΑ, επέκριναν την επίθεση στο South Pars, τονίζοντας πως προκάλεσε τα καταστροφικά χτυπήματα στις δικές τους εγκαταστάσεις, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να επιρρίψει την ευθύνη στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, διαμηνύοντας πως «μίλησε μαζί του, του είπε να μην τον ξανακάνει και δεν θα το ξανακάνει». Αναλυτές προειδοποιούν πως εάν η σύγκρουση εξελιχθεί σε έναν ολοκληρωτικό ενεργειακό πόλεμο στη Μέση Ανατολή, με καταστροφή εγκαταστάσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι τιμές θα εκτοξευτούν και θα οδηγήσουν τον κόσμο στο χείλος της ύφεσης. Ο απόστρατος στρατηγός Φρανκ Μακένζι, πρώην διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, σε δηλώσεις του στη Wall Street Journal, προειδοποίησε ότι η καταστροφή της πετρελαϊκής υποδομής θα προκαλούσε «ανεπανόρθωτη ζημιά στην ιρανική οικονομία, αλλά και στην παγκόσμια οικονομία». Ο Μάικλ Ρούμπιν, πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, μιλώντας στην Daily Mail, υπογράμμισε επίσης ότι τέτοιες ενέργειες από την πλευρά των ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσαν να ενισχύσουν τους σκληροπυρηνικούς στο Ιράν και να δυσκολέψουν την ανάδειξη μετριοπαθών ηγετών, στους οποίους «ποντάρει» η Ουάσινγκτον για την επόμενη ημέρα μετά τον πόλεμο. «Το μάθημα από το Ιράκ είναι ότι δεν καταστρέφεις τις υποδομές μιας χώρας που θέλεις να είναι σύμμαχός σου την επόμενη μέρα», σημείωσε.
