Η Σχέση Ευρώπης – Ρωσίας: Από την Ελπίδα στην Απομόνωση
Αρχικά, οι Ευρωπαίοι είχαν ως στόχο την «αλλαγή μέσω εμπορίου», αλλά η κατάσταση άλλαξε δραματικά με την ένοπλη σύρραξη στην Ουκρανία και τις επιβληθείσες κυρώσεις από τη Δύση. Τώρα, οι αναλύσεις υποδεικνύουν μια «επιστροφή» της Ρωσίας σε ένα σοβιετικού τύπου μοντέλο.
Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται στη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών στις σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Η στρατηγική της «αλλαγής μέσω εμπορίου», που αποτέλεσε θεμέλιο της πολιτικής Μέρκελ, αποδείχθηκε αναποτελεσματική. Παρά τις προσδοκίες για πολιτική μεταρρύθμιση (σ.σ. του καθεστώτος Πούτιν) μέσω των δυτικών επενδύσεων που εισήλθαν στη ρωσική αγορά από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική: το 2022 ξέσπασε ανοιχτός πόλεμος μεταξύ ΝΑΤΟ – Ουκρανίας και Ρωσίας.
Στη συνέχεια, η Δύση αντέτεινε με μια σειρά οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας με σκοπό να ασκήσει πίεση ώστε να υποχωρήσει στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.Ωστόσο, η αντίδραση της Μόσχας δεν ήταν αυτή που ανέμεναν οι Δυτικοί· αντίθετα, φαίνεται ότι έχει επιστρέψει σε πρακτικές του σοβιετικού παρελθόντος με έντονη κρατική παρέμβαση στην οικονομία.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση που παρουσιάστηκε στη σύνοδο του Eurogroup στις Βρυξέλλες και δημοσιεύθηκε από το WirtschaftsWoche, τα μέτρα που ελήφθησαν από τον Φεβρουάριο του 2022 έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές στη διακυβέρνηση της οικονομίας στη Ρωσία προς έναν πιο κρατικό έλεγχο και στοιχεία κεντρικού σχεδιασμού reminiscent of the Soviet era.
Οι εκτεταμένες επιδοτήσεις, οι διοικητικές τιμολόγησεις καθώς και η αυξημένη κρατική παρέμβαση στους τομείς παραγωγής και προμηθειών έχουν περιορίσει τον ανταγωνισμό και τη συνολική αποτελεσματικότητα. Αυτές οι παρεμβάσεις έχουν στρεβλώσει τα κίνητρα για ανάπτυξη ενώ παράλληλα έχουν μειώσει τη σημασία των αγορών στο οικονομικό γίγνεθλο, οδηγώντας σε αυξανόμενη αναποτελεσματικότητα στους βασικούς τομείς.
Όσο αφορά τις προοπτικές για το μέλλον; Οι μακροοικονομικές προβλέψεις είναι ολοένα πιο απαισιόδοξες για τη Ρωσία. Αν κι οι ενέργειες κατά των δυτικών κυρώσεων μπορεί να βοήθησαν προσωρινά να μειώσουν τον αρχικό αντίκτυπο τους, ωστόσο αυτές έχουν ενισχύσει διαρθρωτικά προβλήματα ενώ παράλληλα περιόρισαν τη δημοσιονομική ευελιξία.
Επιπλέον ενίσχυαν τους συστημικούς κινδύνους στον χρηματοπιστωτικό τομέα καθώς επίσης στην αγορά ακινήτων.
Με την υποβάθμιση τόσο της καινοτομίας όσο και της παραγωγικότητας λόγω των αντιποιναίων μέτρων που εφαρμόζει η Ρωσία οδηγείται ολοένα περισσότερο προς μια κατάσταση βαθύτερης οικονομικής απομόνωσης καθώς επίσης σε ένα μοντέλο κεντρικής διαχείρισης με σοβαρές συνέπειες για βιώσιμη ανάπτυξη.
