Άλεξ Γκίμπνεϊ για το “Musk”: Ανεξέλεγκτη ισχύς και… τρικλοποδιές (+trailer)

Άλεξ Γκίμπνεϊ για το “Musk”: Ανεξέλεγκτη ισχύς και… τρικλοποδιές (+trailer)

Από την επιχειρηματική ισχύ έως την πολιτική επιρροή και τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων, το ντοκιμαντέρ “Musk” του Άλεξ Γκίμπνεϊ επιχειρεί να αποτυπώσει την πολυδιάστατη επιρροή του Elon Musk. Η αρχική δίωρη παραγωγή εξελίχθηκε σε μια ταινία σχεδόν τεσσάρων ωρών, καθώς η δράση του δισεκατομμυριούχου επεκτάθηκε και στον πυρήνα της αμερικανικής κυβέρνησης. Όταν επενδυτές προσέγγισαν τον Άλεξ Γκίμπνεϊ το 2022 για να αναλάβει ένα ντοκιμαντέρ για τον Ίλον Μασκ, ο σκηνοθέτης δεν ήταν βέβαιος ότι υπήρχε κάτι καινούργιο να ειπωθεί. Ο δημιουργός του βραβευμένου με Όσκαρ “Taxi to the Dark Side”, που εξέτασε την αμερικανική πολιτική βασανιστηρίων, είχε ήδη ασχοληθεί με ιστορίες ανεξέλεγκτης ισχύος, από την κατάρρευση της Enron έως τις σκοτεινές πλευρές της επιχειρηματικότητας. Για τον Μασκ, άλλωστε, υπήρχαν ήδη βιβλία και κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ ο βιογράφος Γουόλτερ Άιζακσον ετοίμαζε την εξουσιοδοτημένη βιογραφία του, η οποία κυκλοφόρησε το 2023. Αυτό που έπεισε τον Γκίμπνεϊ ήταν η δυνατότητα να εξετάσει κάτι πολύ ευρύτερο: πώς η οικονομική ισχύς των τεχνολογικών κολοσσών μετατρέπεται σε πολιτική επιρροή. Όπως εξηγεί σε συνέντευξή του στους New York Times, η Silicon Valley βρήκε στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα έναν μηχανισμό άσκησης επιρροής μέσω του χρήματος, αλλά και έναν πρόεδρο που, κατά την εκτίμησή του, αντιμετωπίζει την πολιτική με όρους συναλλαγής. Ο σκηνοθέτης υποστηρίζει ότι οι ισχυροί της τεχνολογίας επιδίωξαν να εξασφαλίσουν την εύνοια του Ντόναλντ Τραμπ, προσδοκώντας ανταλλάγματα μέσω κυβερνητικών αποφάσεων και δημόσιων πόρων. Η ταινία προοριζόταν αρχικά να έχει διάρκεια περίπου δύο ωρών και να παρουσιαστεί στα φεστιβάλ του φθινοπώρου του 2024. Ωστόσο, η ενεργή στήριξη που παρείχε ο Μασκ στην προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ οδήγησε τους υπευθύνους του HBO να προτείνουν στον Γκίμπνεϊ να συνεχίσει την καταγραφή των εξελίξεων. Έτσι, το “Musk” εξελίχθηκε σε μια παραγωγή σχεδόν τεσσάρων ωρών, η οποία παρακολουθεί τη διαδρομή του επιχειρηματία από τα πρώτα του βήματα έως την παρουσία του στον κυβερνητικό μηχανισμό των ΗΠΑ. Σημαντικό μέρος της αφήγησης αφορά τη συμμετοχή του Μασκ στο Τμήμα Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας (DOGE), που ανέλαβε πρωτοβουλίες για την αναδιάρθρωση ομοσπονδιακών υπηρεσιών. Ο Γκίμπνεϊ εκφράζει ανησυχία για την πρόσβαση συνεργατών του Μασκ σε κυβερνητικά πληροφοριακά συστήματα και δεδομένα πολιτών, υποστηρίζοντας ότι, παρά την περιορισμένη γνώση τους για τις υπηρεσίες στις οποίες τοποθετήθηκαν, διέθεταν τεχνογνωσία στην πληροφορική και στη διαχείριση δεδομένων. Διευκρινίζει, πάντως, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν πως τα δεδομένα μεταφέρθηκαν στη SpaceX. Ο σκηνοθέτης αναφέρεται επίσης σε μηνύματα που, σύμφωνα με την ταινία, αντάλλαξαν ο Μασκ και η πρώην σύντροφός του Άσλεϊ Σεν Κλερ τη νύχτα των αμερικανικών εκλογών του 2024. Σε αυτά, ο επιχειρηματίας φέρεται να εκτιμούσε, αρκετές ώρες πριν από την επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος, ότι ο Τραμπ θα επικρατούσε. Ο Γκίμπνεϊ σημειώνει ότι δεν είναι ειδικός στην εκλογική τεχνολογία και δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε παρέμβαση στην καταμέτρηση των ψήφων, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι πληροφορίες για την εξέλιξη της ψηφοφορίας διακινούνται από εκλογική περιφέρεια σε εκλογική περιφέρεια. Της πρόσφεραν $40 εκατ. για να σιωπήσει για τον Elon Musk. Αρνήθηκε. Ο ψηφιακός Μασκ και τα εμπόδια στην κυκλοφορία Παρά τις προσπάθειές του να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του πρωταγωνιστή, ο Γκίμπνεϊ δεν κατάφερε να πάρει συνέντευξη από τον Μασκ. Η παραγωγός Τζέσι Ντίτερ, η οποία τον γνώριζε από προηγούμενες ταινίες, επικοινώνησε μαζί του μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εξηγώντας ότι η παραγωγή επιθυμούσε να παρουσιάσει και τη δική του οπτική. Η απάντηση του επιχειρηματία ήταν μια απαξιωτική αναφορά στον σκηνοθέτη στην πλατφόρμα X. Παράλληλα, αρκετοί φίλοι και συνεργάτες του Μασκ αρνήθηκαν να μιλήσουν, λέγοντας ότι δεν είχαν την άδειά του. Η λύση που επέλεξε ο Γκίμπνεϊ ήταν να δημιουργήσει ένα ψηφιακό ομοίωμα του επιχειρηματία. Η παραγωγή αξιοποίησε εκτενή βάση αυθεντικών ηχογραφήσεών του, ενώ η εταιρεία MakeMake σχεδίασε την εμφάνιση, τα ρούχα και το σκηνικό του ψηφιακού χαρακτήρα. Εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιήθηκαν για τον συγχρονισμό της εικόνας με τον πραγματικό ήχο. Η επιλογή, όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης, συνδέεται και με τις επανειλημμένες αναφορές του Μασκ στην ιδέα ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι μια προσομοίωση: μια εικονική συνέντευξη έγινε έτσι μέρος της ίδιας της θεματικής της ταινίας. Παρά τη μεγάλη διάρκεια, η υποδοχή της παραγωγής στο Φεστιβάλ Βενετίας τον Σεπτέμβριο ήταν θετική, σύμφωνα με τον Γκίμπνεϊ. Η διεθνής διανομή, ωστόσο, συνάντησε δυσκολίες. Ο σκηνοθέτης επιβεβαιώνει ότι υπήρξαν αμφιβολίες από την πλευρά της Universal Pictures σχετικά με τα σχέδια κυκλοφορίας, χωρίς να είναι σαφές αν αυτές συνδέονταν με το πολιτικό περιβάλλον. Η εταιρεία, από την πλευρά της, δήλωσε ότι παραμένει προσηλωμένη στην κυκλοφορία της ταινίας και ότι τα σχέδιά της δεν έχουν αλλάξει, ενώ οι δύο πλευρές συζητούν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Προβλήματα παρουσιάστηκαν και στην προώθηση του τρέιλερ μέσω των κοινωνικών δικτύων. Σύμφωνα με τον Γκίμπνεϊ, οι διαφημίσεις απορρίφθηκαν αρχικά ως πολιτικές, με τα αυτοματοποιημένα συστήματα να ζητούν διευκρινίσεις για το ποιον υποστήριζε η παραγωγή. Μετά τις ενστάσεις των δημιουργών και τη δημοσιότητα που έλαβε το ζήτημα, το YouTube και η Meta αναγνώρισαν ότι επρόκειτο για λάθος και επέτρεψαν την προβολή τους. Ο σκηνοθέτης αναφέρει ακόμη ότι η Τζαστίν Μασκ, πρώτη σύζυγος του επιχειρηματία, δίστασε πριν μιλήσει, ενώ χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σημαντική τη συμμετοχή της Σεν Κλερ και το υλικό που προσκόμισε. Για τον Γκίμπνεϊ, το “Musk” εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα παραγωγών που εξετάζουν την ισχύ των ηγετών της τεχνολογίας. Η κυκλοφορία του συμπίπτει με το “The Social Reckoning”, που εστιάζει στον Μαρκ Ζάκερμπεργκ και την έρευνα για τα εσωτερικά αρχεία του Facebook, ενώ τον Δεκέμβριο αναμένεται το “Artificial”, για τον Σαμ Άλτμαν και την άνοδο της OpenAI. Ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι η συγκυρία δεν είναι τυχαία: πίσω από τις διακηρύξεις για τη βελτίωση του κόσμου, υποστηρίζει, βρίσκεται συχνά η επιδίωξη μεγαλύτερων κερδών και η ενίσχυση της προσωπικής ισχύος. Αυτή ακριβώς τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία, το χρήμα και την πολιτική επιχειρεί να φωτίσει η σχεδόν τετράωρη ταινία του.