Αμυντικές Δαπάνες ΝΑΤΟ: Νέα Στοιχεία και Προοπτικές
Το σύνολο των 32 κρατών μελών του ΝΑΤΟ επένδυσε πέρυσι 1,303 τρισεκατομμύρια δολάρια σε αμυντικούς τομείς, ξεπερνώντας τις αρχικές εκτιμήσεις. Από αυτά, 22 χώρες κατάφεραν να επιτύχουν τον στόχο του 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα. Η προοπτική αποχώρησης των ΗΠΑ από τα ανατολικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) έχει οδηγήσει πολλές χώρες να εντείνουν τις αμυντικές τους δαπάνες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το ΝΑΤΟ, οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη και τον Καναδά ανήλθαν σε ιστορικό υψηλό ύψους 468 δισεκατομμυρίων δολαρίων (ή 412 δισεκατομμυρίων ευρώ), με το 38% αυτής της χρηματοδότησης να κατευθύνεται προς την αγορά σημαντικού στρατιωτικού εξοπλισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν περίπου 818 δισεκατομμύρια δολάρια (720 δις ευρώ).
Τα έγγραφα του οργανισμού δείχνουν ότι το προηγούμενο έτος οι χώρες μέλη είχαν μειώσει τις αμυντικές τους επενδύσεις κατά περίπου 200 δις ευρώ ή αλλιώς κατά 176 δις ευρώ, υποδεικνύοντας αύξηση της τάξης του 19%. Επίσης, συνολικά οι 22 κράτη πέτυχαν τον στόχο για τη διάθεση τουλάχιστον του 2% του ΑΕΠ τους στην άμυνα. Αν και αρχικά είχε προβλεφθεί ότι θα ήταν περισσότερα από αυτά που θα πετύχαιναν τον στόχο αυτόν, τελικά μόνο το Μαυροβούνιο δεν τα κατάφερε.
Χώρες όπως η Ιταλία (με ποσοστό στο ΑΕΠ στο 1,5%), η Ισπανία (στον αριθμό μόλις στο 1,24%) και το Βέλγιο (στο επίπεδο μόλις στο ποσοστό των εσόδων στο κράτος στο επίπεδο μόλις στο ποσοστό των εσόδων) έχουν δεσμευτεί πλέον να φτάσουν στον στόχο αυτόν. Ο Καναδάς επίσης δεν πέτυχε τον στόχο αυτό με ποσοστό μόλις στο επίπεδο των εσόδων στα επίπεδα μόλις στα επίπεδα στα οποία βρίσκονται σήμερα.
Στους «πρωταθλητές» κατατάσσονται χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (2,33%), η Γερμανία (2,1%) και η Γαλλία (2%). Ειδικότερα η Ελλάδα παραμένει ένας σημαντικός αγοραστής στρατιωτικών συστημάτων με σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό από ότι απαιτείται για την άμυνα.
Pεαλιστικά σενάρια για τις πιέσεις των ΗΠΑ προς το ΝΑΤΟ
Η νέα διοίκηση στις ΗΠΑ έχει δηλώσει πως επιθυμία είναι ο προγραμματισμένος στόχος για τις αμυντικές επενδύσεις να αυξηθεί από το υπάρχον όριο του δύο έως πέντε επί εκατό επί της οικονομίας κάθε χώρα μέλους.Ωστόσο υπάρχουν διαβουλεύσεις μεταξύ διπλωματών που δείχνουν πως μπορεί τελικά ο συμβιβαστικός στόχος να κυμανθεί γύρω από ένα πιο λογικό τρία ή τρία μισά επί εκατό.
Μάλιστα ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ολφ Κριστόφερσον δήλωσε πρόσφατα πως ο κανονικός προγραμματισμένος σκοπός μπορεί να καθοριστεί γύρω από ένα τρία μισά επί εκατό προσθέτοντας ένα άλλο ένα μισό επί εκατό για μη στρατιωτικά έξοδα όπως λειτουργικά κόστη κτλ., ενώ αναμένεται ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν στη σύνοδο κορυφής στη Χάγη στα τέλη Ιουνίου.
Eάν τελικώς ο νέος προγραμματισμένος σκοπός φτάσει κοντά στον πέντε τότε σημαίνει πως η Ελλάδα θα χρειαστεί ουσιαστικά επιπλέον δύο μονάδες πάνω απ’ όσα ήδη διαθέτει στην άμυνα σύμφωνα πάντα με τα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι τώρα.
Aναφορές στους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ
Aξιοσηµείωτη είναι επίσης η κατάσταση σχετικά µε τους κανόνες δηµοσιονοµικής πολιτικής στην ΕE καθώς εκκρεµούν ακόµη αποφάσεις σχετικά µε τα ανώτατα όρια στις αµυντικές επενδύσεις αλλά και την ενεργοποίηση ειδικών διατάξεων προστασίας.
Με βάση τη Λευκή Βίβλο της Κοµισιόν εάν κάποια χώρα ενεργοποιήσει αυτές τις διατάξεις τότε μπορεί ανά έτος για τέσσερα χρόνια ν’ αποκλίνει έως έναν κι ενάμιση % σε σχέση µε την αύξηση στις στρατιωτικές επενδύσεις μετά το ’21.
Οι ελληνικές αµυντικές ξαναεπενδύθηκαν περίπου στα πέντε μισθούς πριν δυο χρόνια ενώ φέτος αναμένονται αυξήσεις κοντά στα έξι μισθούς συνολικά.
Eμπόδια στη διαδικασία ReArm Europe λόγω Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Tα σχέδια όμως γίνονται πιο περίπλοκα καθώς υπάρχει αντίσταση μέσα στους θεσμούς.
Σε μια πρόσφατη ψηφοφορία κεκλεισμένων θυρών στις είκοσι τρίτης Απριλίου δύο χιλιάδες είκοσι πέντε υπήρξε ψήφος υπέρ μιας γνωμοδότησης που απορρίπτει τη δυνατότητα παρέμβασης εκ μέρους της Κομίσιάνης όσον αφορά τη δημιουργία ενός κοινού ταμέου ύψους εκατόν πενήντα δίσκων ευρώ.
Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει χρηματοδότηση μέσω κοινού σχεδίου δράσεων ασφάλειας στην Ευρώπη ώστε ν’ επισπευστούν διαδικασίες αγοράes εξοπλισμού ευρωπαϊκής παραγωγής.
Ωστόσο σύμφωνα με τη Νομοθετική Υπηρεσία αυτή δεν πληροί όλες τις απαιτήσεις ώστε ν’ εφαρμοστεί σωστά κάτι τέτοιο χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση ή εμπλοκή άλλων θεμάτων.
Η ψηφοφορία αυτή ίσως προκαλέσει μια σειρά αντιπαραθέσεων καθώς πλέον είναι θέμα επιλογής ανάμεσα στους θεσμό αυτού αλλά κι άλλους φορείς ώστε ν’ εξεταστεί περαιτέρω τι πρέπει ν’ γίνει.
H Ursula von der Leyen υποστήριξε πάντως την ανάγκη γρήγορης διαδικασίας χαρακτηρίζοντας την ως «την μοναδική δυνατή λύση».
