Μια ιδιαίτερα σημαντική δικαστική υπόθεση για την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) βρίσκεται σε εξέλιξη, με δυνητικές οικονομικές συνέπειες για συνταξιούχους του Δημοσίου που υφίστανται την κράτηση στις κύριες συντάξεις τους.
Μετά την αναβολή της αρχικής δικασίμου της 10ης Ιουνίου 2026, η υπόθεση για την κράτηση της ΕΑΣ από τις κύριες συντάξεις έχει επαναπροσδιοριστεί, σύμφωνα με μεταγενέστερες ανακοινώσεις ενώσεων και νομικών εκπροσώπων, για τις 7 Οκτωβρίου 2026, ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πλαίσιο πρότυπης δίκης.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι γενικά η ύπαρξη της ΕΑΣ. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τρόπος υπολογισμού της εισφοράς και ειδικότερα εάν είναι συνταγματικά ανεκτή η εφαρμογή του εκάστοτε συντελεστή στο συνολικό ποσό της σύνταξης, χωρίς προηγουμένως να αφαιρείται το βασικό ποσό των 1.400 ευρώ και να εφαρμόζεται ο αναλογών ανά κλιμάκιο συντελεστής μόνο στο υπερβάλλον ποσό.
Πώς έφθασε η υπόθεση στην Ολομέλεια
Η υπόθεση προέρχεται από αγωγή πολιτικού συνταξιούχου που κατατέθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2020.
Μέρος της διαφοράς παραπέμφθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο με την υπ’ αριθμ. 255/2021 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Με Πράξη της Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 27ης Απριλίου 2026, η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια ως πρότυπη δίκη, λόγω της γενικότερης σημασίας του ζητήματος και των συνεπειών του για ευρύτερο κύκλο πολιτικών συνταξιούχων.
Η υπόθεση επρόκειτο αρχικά να συζητηθεί στις 10 Ιουνίου 2026. Μετά την αναβολή της, μεταγενέστερες ανακοινώσεις ενώσεων και νομικών εκπροσώπων αναφέρουν ως νέα δικάσιμο την 7η Οκτωβρίου 2026.
Τι ακριβώς θα κριθεί
Η ΕΑΣ επιβάλλεται με κλιμακωτούς συντελεστές, ανάλογα με το ύψος της κάθε κύριας σύνταξης, σε μικτά ποσά κύριων συντάξεων ύψους άνω των 1.400 ευρώ, από το 2010 που άρχισε να εφαρμόζεται το μέτρο, και σημερινού ύψους άνω των 1.468,01 ευρώ.
Σύμφωνα με την επίσημη Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το νομικό ζήτημα αφορά τη συνταγματική συμβατότητα του τρόπου υπολογισμού της ΕΑΣ, δηλαδή το να εφαρμόζεται ο αντίστοιχος συντελεστής στο συνολικό ποσό της σύνταξης, χωρίς να αφαιρείται προηγουμένως το ποσό των 1.400 ευρώ, που ήταν αρχικά το όριο μέχρι το οποίο δεν επιβαλλόταν η εισφορά, αντί του να επιβάλλεται στο εναπομένον, άνω των 1.400 ευρώ, τμήμα της σύνταξης ο συντελεστής που αναλογεί στο αντίστοιχο κλιμάκιο.
Επομένως, η πρότυπη δίκη αφορά στον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται η ΕΑΣ.
Εν τω μεταξύ, τα χρηματικά όρια των κλιμακίων της ΕΑΣ έχουν πλέον αναπροσαρμοστεί. Για το 2026, το κατώτατο όριο της πρώτης κατηγορίας, δηλαδή το ύψος της μικτής σύνταξης μέχρι το οποίο ισχύει απαλλαγή από την ΕΑΣ, έχει διαμορφωθεί στα 1.468,01 ευρώ, ενώ η πρώτη κλίμακα επιβολής της ΕΑΣ με συντελεστή 3% εφαρμόζεται από το ποσό μικτής σύνταξης των 1.468,02 ευρώ.
Γι’ αυτό τον λόγο το ποσό των 1.400 ευρώ, στο οποίο αναφέρεται το νομικό ερώτημα της πρότυπης δίκης διαφέρει πλέον από τα σημερινά αναπροσαρμοσμένα χρηματικά όρια των κλιμακίων της ΕΑΣ.
Ο τρόπος υπολογισμού στην πράξη
Η οικονομική σημασία του ισχύοντος τρόπου υπολογισμού μπορεί να γίνει κατανοητή με ένα απλό και καθαρά ενδεικτικό παράδειγμα.
Για κύρια σύνταξη 2.000 ευρώ, η οποία βρίσκεται στην κλίμακα της ΕΑΣ με συντελεστή 6%, η εφαρμογή του 6% στο συνολικό ποσό δίνει:
2.000 × 6% = 120 ευρώ τον μήνα.
Αν, αποκλειστικά για την απεικόνιση του νομικού ζητήματος που περιγράφεται στην Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφαιρούνταν πρώτα τα 1.400 ευρώ και ο ίδιος συντελεστής 6% εφαρμοζόταν – τότε που ίσχυε το όριο των 1.400 ευρώ – μόνο στο υπερβάλλον ποσό, το ύψος της εισφοράς θα προέκυπτε ως εξής:
2.000 – 1.400 = 600 ευρώ και 600 × 6% = 36 ευρώ τον μήνα.
Η διαφορά μεταξύ των δύο υπολογισμών θα ήταν, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, 84 ευρώ τον μήνα.
Το παράδειγμα είναι αποκλειστικά μαθηματικό και χρησιμοποιείται για να καταδειχθεί η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων υπολογισμού.
Ποιους αφορά η υπόθεση
Η πρότυπη δίκη αφορά άμεσα το καθεστώς των πολιτικών συνταξιούχων του Δημοσίου, καθώς αυτό είναι το πεδίο της συγκεκριμένης υπόθεσης που εισήχθη στην Ολομέλεια και η επίσημη Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφέρεται σε ζήτημα με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο πολιτικών συνταξιούχων.
Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον και από ενώσεις αποστράτων, καθώς στρατιωτικοί συνταξιούχοι έχουν επίσης δικαστικές αξιώσεις σχετικά με κρατήσεις ΕΑΣ και υπάρχει σχετική νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Πότε θα εκδοθεί η απόφαση
Μετά την αναβολή της αρχικής δικασίμου, ως νέα ημερομηνία συζήτησης αναφέρεται η 7η Οκτωβρίου 2026. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η απόφαση θα εκδοθεί την ίδια ημέρα.
Η συζήτηση της υπόθεσης και η δημοσίευση της δικαστικής απόφασης είναι διαφορετικά στάδια της διαδικασίας.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημα ανακοινωμένη ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης της Ολομέλειας. Συνεπώς, οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο μήνα ή άλλη ημερομηνία έκδοσης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εκτίμηση τρίτων και όχι ως επίσημο χρονοδιάγραμμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Γιατί γίνεται λόγος για αγωγές πριν από την απόφαση
Ένα από τα σημαντικότερα πρακτικά ζητήματα για τους ενδιαφερόμενους συνταξιούχους αφορά τη διαφύλαξη ενδεχόμενων αξιώσεων για αναδρομική επιστροφή κρατήσεων.
Ενώσεις αποστράτων και νομικοί σύμβουλοι έχουν προτείνει σε συνταξιούχους που θεωρούν ότι έχουν σχετικές αξιώσεις να εξετάσουν την άσκηση αγωγής πριν από τη δημοσίευση της απόφασης της Ολομέλειας.
Το σκεπτικό αυτής της επιλογής συνδέεται τόσο με την προηγούμενη νομολογία γύρω από την ΕΑΣ όσο και με τους κανόνες παραγραφής. Μια ενδεχόμενη ευνοϊκή απόφαση για τον τρόπο υπολογισμού της ΕΑΣ δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι όλοι οι συνταξιούχοι θα αποκτήσουν αυτομάτως δικαίωμα στα ίδια αναδρομικά και για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Πιο συγκεκριμένα δε, νομικοί εκπρόσωποι έχουν αναφέρει την 31η Δεκεμβρίου 2026 ως κρίσιμο χρονικό σημείο για την κατάθεση και επίδοση συγκεκριμένων αγωγών με τις οποίες επιχειρείται να διαφυλαχθούν αξιώσεις από κρατήσεις ΕΑΣ. Πρόκειται για νομική εκτίμηση και στρατηγική διαφύλαξης συγκεκριμένων αξιώσεων, η οποία συνδέεται με τον χρόνο γένεσης των επιμέρους απαιτήσεων, τους κανόνες της διετούς παραγραφής και τον χρόνο κατάθεσης και επίδοσης της εκάστοτε αγωγής.
Από κει και πέρα, ο κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να εξετάσει τη δική του περίπτωση με βάση το χρονικό διάστημα για το οποίο του παρακρατήθηκε ΕΑΣ και τις ενέργειες που τυχόν έχει ήδη πραγματοποιήσει.
