Μέσα στις επόμενες 10 με 15 ημέρες τοποέτησε χρονικά ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, την κατάθεση της δικονομικής διάταξης για την επιτάχυνση των διαδικασιών και την ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων βουλευτών μετά την άρση ασυλίας, με βάση τον παλιό νόμο του 2011. Μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμε των Δελφών, ο κ. Φλωρίδης γνωστοποίησε πως ήταν η δια η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, που ζήτησε την επιτάχυνση των εν λόγω διαδικασιών. Παράλλληλα διέψευσε κατηγορηματικά ότι η κυρία Κοβέσι έθεσε ζήτημα για το Σύνταγμα, σημειώνοντας ότι «δεν είναι στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να τοποθετηθεί γι’ αυτό, αλλά δεν ετέθη». Στο ζήτημα τώρα της ανανέωσης της θητείας των τριών ελλήνων εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – η θητεία των οποίων η θητεία λήγει τον Ιούνιο, ο κ. Φλωρίδης τόνισε ότι όλες οι υποθέσεις που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών εξαντλούνται στο πλαίσιο λειτουργίας του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και από τη στιγμή που και η κυρία Κοβέσι υπέβαλε εκεί το σχετικό αίτημα, δείχνει ότι αναγνωρίζει την αρμοδιότητά του επί του θέματος. Η ίδια πάντως η Λάουρα Κοβέσι είπε την Πέμπτη ότι ο κανονισμός είναι σαφής και αν κάποιος θεωρεί ότι το αρμόδιο όργανο, το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν πήρε τη σωστή απόφαση, ανανεώνονας τη θητεία τους, τότε ο μόνος δρόμος είναι η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο. Κατά την τοποθέτησή του εξάλλου, ο υπουργός Δικαιοσύνης δεν παρέλειψε να αναφεφθεί στα «εξωφρενικά περιστατικά και του τραμπουκισμούς εναντίον δικαστών» -όπως χαρακτηριστιικά είπε, αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στις τελευταίες επιθέσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του πατέρα της Νίκου Κωνσταντόπουλου σε βάρος δικαστικών λειτουργών-, αν και όπως συμπλήρωσε, «θα ήταν λάθος να το γενικεύσουμε». Γνωστοποίησε δε, πως είναι σε εξέλιξη διάλογος με τις Δικαστικές Ενώσεις και τους Δικηγορικούς Συλλόγους, ώστε ό,τι γίνει για την προστασία τους να είναι με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών. Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μιχάλης Πικραμένος, χαρακτήρισε τη Δικαιοσύνη «σάκο του μποξ», καθώς όπως παρατήρησε, χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο από όλους τους πολιτικούς παίκτες που έχουν και το πλεονέκτημα, μιας και η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μιλάει όπως οι άλλοι. Ενδεικτικά , αναφέρθηκε σε πολιτικές που ακυρώθηκαν με απόφαση του ΣτΕ, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των εκάστοτε κυβερνήσεων και άλλες που επικυρώθηκαν και συνάντησαν την αντίδραση της αντιπολίτευσης. Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Πικραμένος επέρριψε μεγάλη ευθύνη σε μερίδα της νομικής κοινότητας που, αντί να λειτουργούν ως ερμηνευτές του Συντάγματος και να κάνουν νηφάλιες παρατηρήσεις, επιδίδονται σε αγώνα τοξικότητας, δηλητηριάζοντας τον μέσο άνθρωπο. Για τους αφυπηρετήσαντες δικαστικούς που λαμβάνουν θέσεις σε Ανεξάρτητες Αρχές, εκτίμησε πως είναι ανάγκη να μην πηγαίνει χαμένη η εμπειρία τους, σπεύδοντας ωστόσο να επισημάνει πως δεν είναι δεοντολογικό να διορίζονται αμέσως μετά τη λήξη της θητείας τους, προτείνοντας μία διετία ως ένα εύλογο χρονικό διάστημα αναμονής. Στους αυστηρούς ελέγχους που διενεργούνται στο έργο των δικαστών αναφέρθηκε η Επίτιμη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα, τονίζοντας ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν επιβληθεί βαρύτατες ποινές. «Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ότι έχει διογκωθεί η δυσπιστία των πολιτών σε βάρος της Δικαιοσύνης, κυρίως με αφορμή την υπόθεση των Τεμπών, που οφείλεται όμως αποκλειστικά σε εξωγενείς παράγοντες χωρίς καμία ευθύνη δικαστικών λειτουργών», σημείωσε. Σε ερώτηση της συντονίστριας – δημοσιογράφου Ιωάννας Μάνδρου, η κυρία Κλάπα δεν δίστασε να διευκρινίσει ότι αυτοί οι εξωγενείς παράγοντες είναι δικηγόροι και πολιτικοί, οι οποίοι, για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων και εκμεταλλευόμενοι τον πόνο των συγγενών, προσπαθούν να παρακωλύσουν τις δικαστικές διαδικασίες, διασύροντας τη δικαιοσύνη και παραποιώντας γεγονότα. Για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, σημείωσε ότι αυτός ισχύει από το 1975, σημειώνοντας ότι οι έντονες επικρίσεις προβάλλονται από κόμματα που, όταν κυβερνούσαν, εξέλεγαν με τον ίδιο τρόπο χωρίς να εκφράζουν τον παραμικρό προβληματισμό. «Είναι παράδοξο και αδιανόητο πώς δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετήσαμε 40 και πλέον χρόνια και ασχοληθήκαμε με βαρύτατες υποθέσεις χωρίς να επικριθεί το έργο μας, όταν επιλεγόμαστε στην ηγεσία, να χαρακτηριζόμαστε επίορκοι ή φαύλα πρόσωπα και φερέφωνα της κυβέρνησης», κατέληξε η κυρία Κλάπα. Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
