Μετά το εκλογικό ναυάγιο στην Σαξονία – Άνχαλτ, ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο ακόμη κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, αυτό το Σαββατοκύριακο, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Και στις δύο κάλπες, οι Χριστιανοδημοκράτες (το κόμμα του Μερτς) κινδυνεύουν να υποστούν οδυνηρές ήττες, με τις πολιτικές εξελίξεις να ενισχύουν όλο και περισσότερο το σενάριο «Kanzlertausch», δηλαδή μια αλλαγή μια Καγκελάριου εκ των έσω, προκειμένου να ανακοπεί η ταχύτατη πτώση της δημοτικότητας του κόμματος και της κυβέρνησης. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Ο Φρίντριχ Μερτς αναδείχθηκε Καγκελάριος υποσχόμενος ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για την αναθέρμανση της οικονομίας και την επιστροφή της Γερμανίας σε ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη. 16 μήνες αφότου ανήλθε στην εξουσία οι προσδοκίες έχουν διαψευσθεί παταγωδώς. Η αποδοχή του σε εθνικό επίπεδο συνεχίζει τον κατήφορο. Αυτή την εβδομάδα κατακρημνίστηκε στο 14%, ενώ η συντηρητική παράταξη έχει υποχωρήσει στο πρωτοφανές χαμηλό του 18%. Στην ίδια δημοσκόπηση, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) προηγείται με 29%. Το AfD κατέλαβε επίσης την πρώτη θέση στις πρόσφατες κρατιδιακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ, πλησιάζοντας στην εξασφάλιση απόλυτης πλειοψηφίας, την ώρα που το CDU του Μερτς έχασε περισσότερο από το μισό της εκλογικής του δύναμης. Η Γερμανία – άλλοτε κραταιά δύναμη στην Ευρώπη και προπύργιο πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας για 16 χρόνια επί διακυβέρνησης Άνγκελα Μέρκελ – εξελίσσεται σε πυλώνα αστάθειας για όλο το ευρωπαϊκό μπλοκ. Στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες μιλούν πλέον ανοιχτά για την ανάγκη αλλαγής καγκελαρίου, ενώ οι Ευρωπαίοι και οι διεθνείς σύμμαχοι παρακολουθούν με ανησυχία τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, καθώς η ακροδεξιά αυξάνει διαρκώς τη δυναμική της. Εάν ο Μερτς καταρρεύσει, θα πρόκειται για τη δεύτερη διαδοχική και γρήγορη αλλαγή στην ηγεσία. Η κυβερνητική συμμαχία του προκατόχου του Μερτς, Όλαφ Σολτς, είχε καταρρεύσει τον Νοέμβριο του 2024. Η απόφαση του Μερτς να ακυρώσει το ταξίδι του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την επόμενη εβδομάδα ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το μέγεθος της εσωτερικής πολιτικής κρίσης που αντιμετωπίζει. «Η παρουσία του είναι απαραίτητη στο Βερολίνο», δήλωσε στο Politico υψηλόβαθμος Γερμανός αξιωματούχος, καθώς ο καγκελάριος μάχεται για την πολιτική του επιβίωση. To Politico παρουσιάζει τα πέντε πιθανά σενάρια για τις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, αξιολογώντας τις πιθανότητες να πραγματοποιηθεί καθένα από αυτά: Ο Μερτς χάνει τη στήριξη του κόμματός του και παραιτείται Πιθανότητα 3/5 Ο καγκελάριος έχει συγκαλέσει κρίσιμη συνεδρίαση της ηγεσίας του κόμματός του την Κυριακή στις 17:00, η οποία θα συμπέσει χρονικά με τη δημοσιοποίηση των exit polls των κρατιδιακών εκλογών στις 18:00. Στη συνάντηση αυτή, ο Μερτς φέρεται να σκοπεύει να θέσεις στους κομματικούς του συμμάχους εάν εξακολουθούν να στηρίζουν τον ίδιο και τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Εάν όχι, θέλει να τους καλέσει να προτείνουν το όνομα ενός πιθανού διαδόχου. Επιδιώκοντας αυτή τη μετωπική αντιπαράθεση, ο Μερτς θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί μια βασική αδυναμία των επικριτών του: Δεν υπάρχει ξεκάθαρη συμφωνία σχετικά με το πρόσωπο που θα μπορούσε να τον διαδεχθεί. Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ, από το CDU, αναφέρεται συχνά ως πιθανός διάδοχος. Ωστόσο, τον Απρίλιο διεξάγονται εκλογές στο πολυπληθές κρατίδιό του, γεγονός που καθιστά τη χρονική συγκυρία μάλλον ακατάλληλη για τον ίδιο. Μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν ο Μάρκους Ζέντερ της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης, του βαυαρικού αδελφού κόμματος του CDU, αν και και εκείνος διαθέτει αρκετούς επικριτές. Άλλοι, λιγότερο πιθανοί υποψήφιοι είναι ο πρωθυπουργός της Έσσης, Μπόρις Ράιν, από το CDU, και ο υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ, από το CSU. Εάν, ωστόσο, οι εκλογές της Κυριακής εξελιχθούν σε απόλυτη καταστροφή για τους συντηρητικούς του Μερτς (το κόμμα ενδέχεται ακόμη και να μην ξεπεράσει το όριο του 5% που απαιτείται για την είσοδο στο κοινοβούλιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, για πρώτη φορά σε οποιαδήποτε κρατιδιακή εκλογική αναμέτρηση) η αγανάκτηση στο εσωτερικό του συντηρητικού συνασπισμού (CDU/CSU) θα μπορούσε να ξεχειλίσει και να οδηγήσει σε γενικευμένες εκκλήσεις για παραίτηση του καγκελαρίου. Η τελική αναμέτρηση δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί την Κυριακή. Θα μπορούσε να ακολουθήσει μέσα στις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες. Εάν ο Μερτς αποδεχόταν αυτή την εξέλιξη, θα μπορούσε να ενημερώσει τον Γερμανό πρόεδρο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ για την πρόθεσή του να παραιτηθεί. Στη συνέχεια, ο Σταϊνμάιερ πιθανότατα θα του ζητούσε να παραμείνει προσωρινά στη θέση του, εκτελώντας χρέη υπηρεσιακού καγκελαρίου, έως ότου εκλεγεί ο διάδοχός του από το κοινοβούλιο. Η διαδικασία αυτή, όμως, μόνο εύκολη δεν είναι. Οποιοσδήποτε διάδοχος του Μερτς θα χρειαζόταν τις ψήφους των Σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό μαζί με την CDU/CSU και πιθανότατα θα ζητούσαν ανταλλάγματα για τη στήριξή τους. Αυτό θα οδηγούσε σε μια χρονοβόρα επαναδιαπραγμάτευση της κυβερνητικής συμφωνίας. Θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι ο Μερτς θα παρέμενε στην εξουσία για αρκετούς μήνες, συνεχίζοντας να εκπροσωπεί τη Γερμανία στη διεθνή σκηνή, για παράδειγμα στις συνομιλίες για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια επιπλέον επιπλοκή είναι η οριακή πλειοψηφία του κυβερνητικού συνασπισμού στην Μπούντεσταγκ. Σε μια μυστική ψηφοφορία υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος διαρροών, όπως είχε συμβεί και στον ίδιο τον Μερτς κατά τον πρώτο γύρο της εκλογής του το περασμένο έτος. Πρόταση δυσπιστίας αναγκάζει τον Μερτς να αποχωρήσει Πιθανότητα 1/5 Οι εσωκομματικές πιέσεις δεν μπορούν στην πραγματικότητα να εξαναγκάσουν τον Μερτς σε παραίτηση. Για ιστορικούς λόγους, το γερμανικό Σύνταγμα εξασφαλίζει στους εκλεγμένους καγκελαρίους μια εξαιρετικά σταθερή θέση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μοναδική δυνατότητα εξαναγκαστικής απομάκρυνσής του θα ήταν μέσω πρότασης δυσπιστίας. Ωστόσο, το γερμανικό Σύνταγμα προβλέπει ότι μια τέτοια πρόταση πρέπει να είναι «εποικοδομητική», πράγμα που σημαίνει ότι ένας αντίπαλος υποψήφιος θα πρέπει ταυτόχρονα να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία για να αντικαταστήσει τον Μερτς. Αυτό καθιστά το συγκεκριμένο σενάριο εξαιρετικά απίθανο. Πέρα από την αρνητική δημόσια εικόνα που θα δημιουργούσε η CDU/CSU, εάν επιχειρούσε ανοιχτά να ανατρέψει τον δικό της καγκελάριο μέσα στο κοινοβούλιο, θεωρείται απίθανο οποιοσδήποτε υποψήφιος να μπορούσε να εξασφαλίσει άμεσα τις απαιτούμενες ψήφους, δεδομένης της οριακής κυβερνητικής πλειοψηφίας και των διαπραγματεύσεων που πιθανότατα θα έπρεπε να προηγηθούν με το SPD. Ο Μερτς ζητά ψήφο εμπιστοσύνης Πιθανότητα 2/5 Ο Μερτς θα μπορούσε επίσης να ζητήσει ο ίδιος ψήφο εμπιστοσύνης, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή στήριξη στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού ή, σε διαφορετική περίπτωση, να ανοίξει τον δρόμο για πρόωρες εκλογές. Πρόκειται για ένα σενάριο που έχει εφαρμοστεί και στο παρελθόν, πιο πρόσφατα από τον Όλαφ Σολτς τον Δεκέμβριο του 2024. Εάν ο Μερτς έχανε την ψηφοφορία, ο Σταϊνμάιερ θα μπορούσε να αποφασίσει τη διάλυση της Μπούντεσταγκ μέσα σε διάστημα 21 ημερών – αλλά μόνο εφόσον του το πρότεινε ο Μερτς. Ωστόσο, με δεδομένη την ισχυρή θέση του AfD στις σημερινές δημοσκοπήσεις, ούτε το CDU ούτε το SPD έχουν συμφέρον να διεξαχθούν νέες εκλογές στην παρούσα φάση. Μέσα σε αυτό το διάστημα των 21 ημερών θα μπορούσε επίσης να εκλεγεί νέος καγκελάριος, εάν σχηματιζόταν γρήγορα κοινοβουλευτική πλειοψηφία γύρω από έναν διάδοχο. Συνολικά, ούτε αυτό το ενδεχόμενο θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό. Συμμαχία με την ακροδεξιά εναντίον του Μερτς Πιθανότητα 0/5 Θεωρητικά, ένας διάδοχος του Μερτς θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία λαμβάνοντας έμμεση στήριξη από το AfD, στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, ή ακόμη και σχηματίζοντας κυβερνητικό συνασπισμό με το ακροδεξιό κόμμα. Η CDU/CSU και το AfD θα διέθεταν μια άνετη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα σήμαινε την κατάρρευση του λεγόμενου «τείχους προστασίας» που έχουν υψώσει τα γερμανικά κόμματα απέναντι στην ακροδεξιά. Η ιδέα αυτή είναι απαράδεκτη για πολλά στελέχη της κομματικής ηγεσίας. Ο ίδιος ο Μερτς έχει επίσης αποκλείσει το ενδεχόμενο να παραμείνει στην εξουσία με τη στήριξη της ακροδεξιάς. Ο Μερτς «αγκιστρώνεται» στην εξουσία Πιθανότητα 4/5 Σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσίασε μετά τις καταστροφικές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ, όταν ο καγκελάριος φάνηκε απογοητευμένος και εκφώνησε μια μη πειστική ομιλία στην Μπούντεσταγκ, τώρα δείχνει αποφασισμένος να δώσει μάχη για την παραμονή του στην ηγεσία. Η θέση του Μερτς ενισχύθηκε την Τετάρτη από επιστολή οκτώ κεντροδεξιών πρωθυπουργών γερμανικών κρατιδίων – μεταξύ των οποίων και οι πιθανοί διάδοχοί του Βουστ και Ράιν, αλλά όχι ο Ζέντερ – στην οποία ανέφεραν ότι «η Γερμανία χρειάζεται αξιοπιστία και δράση» και όχι «συζητήσεις για πρόσωπα». Η επιστολή αναφέρεται επίσης στις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις που θα διεξαχθούν την επόμενη χρονιά στη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Ισπανία και την Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται τώρα «μια σταθερή και ισχυρή Γερμανία». Η επιστολή απέχει πολύ από το να αποτελεί ανεπιφύλακτη δήλωση στήριξης προς τον Μερτς. Στην πραγματικότητα, δεν αναφέρει καν το όνομά του. Αποτελεί περισσότερο μια προσπάθεια περιορισμού των εσωκομματικών αντιπαραθέσεων πριν από τις κρίσιμες εκλογές της Κυριακής. Ενδέχεται, ωστόσο, να σημαίνει και ότι δεν υπάρχει προς το παρόν αρκετή διάθεση μεταξύ των κορυφαίων στελεχών του κόμματος για την απομάκρυνση του Μερτς. Αντίθετα, η παράταξη θα μπορούσε να επιχειρήσει να συσπειρωθεί και να ανακτήσει τη δημοτικότητά της, πιέζοντας το SPD (κυβερνητικό εταίρο) να συμφωνήσει στις μεταρρυθμίσεις που θέλουν να προωθήσουν οι Χριστιανοδημοκράτες.
