Γιατί ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός του Dune αντιστέκεται στην ΑΙ

Γιατί ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός του Dune αντιστέκεται στην ΑΙ

Ενώ η τεχνητή νοημοσύνη διεκδικεί όλο και μεγαλύτερο ρόλο στη δημιουργική διαδικασία, ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των πιο εντυπωσιακών κινηματογραφικών κόσμων των τελευταίων ετών επιμένει ότι η φαντασία παραμένει πρωτίστως ανθρώπινη υπόθεση. Ο Καναδός σκηνογράφος Πατρίς Βερμέτ, βραβευμένος με Όσκαρ για τον σχεδιασμό παραγωγής του Dune: Part One, βρέθηκε στη σκηνή του SXSW London μαζί με τον αστροβιολόγο Ντέιβιντ Γκρίνσπουν, σε μια συζήτηση αφιερωμένη στη συνάντηση της επιστήμης με την αφήγηση και στον τρόπο με τον οποίο χτίζονται ολόκληροι κόσμοι — είτε αυτοί βρίσκονται σε μακρινούς πλανήτες, είτε στο μέλλον της ανθρωπότητας. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της συζήτησης, ο Βερμέτ επιβεβαίωσε ότι το τρίτο κεφάλαιο του κινηματογραφικού σύμπαντος του Dune, με πρωταγωνιστές τους Τιμοτέ Σαλαμέ, Ζεντάγια, Ρόμπερτ Πάτινσον, Χαβιέ Μπαρδέμ και Άνια Τέιλορ-Τζόι, θα κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις ΗΠΑ στις 18 Δεκεμβρίου (στην Ελλάδα μάλλον μία ημέρα νωρίτερα). Ωστόσο, απέφυγε επιμελώς οποιαδήποτε αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί spoiler. Αυτό που δεν απέφυγε ήταν να εκφράσει ξεκάθαρα τη στάση του απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. «Όταν πρόκειται για την πίεση προς την ΑΙ, εγώ αντιστέκομαι», δήλωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η δική του δημιουργική διαδικασία βασίζεται στην ανάλυση, την εξερεύνηση και τη σταδιακή επίλυση προβλημάτων και όχι στην άμεση παραγωγή εικόνων μέσω αλγορίθμων. Για τον Βερμέτ, ο σχεδιασμός ενός κινηματογραφικού κόσμου δεν είναι απλώς η παραγωγή ενός οπτικού αποτελέσματος. Είναι μια διαδικασία κατανόησης του χώρου, των αναλογιών και της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στον δημιουργό και το περιβάλλον που χτίζει. Γι’ αυτό και εξακολουθεί να στηρίζεται σε τρισδιάστατα μοντέλα και χειροποίητες μεθόδους που του επιτρέπουν να εξερευνά τις ιδέες του σε βάθος. Όπως είπε με δόση χιούμορ, η προσέγγισή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί όχι “method acting”, αλλά “method designing”. Από τη μία βρίσκεται η επίπονη διαδικασία πειραματισμού και αναζήτησης λύσεων· από την άλλη, όπως περιέγραψε σκωπτικά τη λογική πολλών εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, «δίνεις μια εντολή και… εμφανίζεται το αποτέλεσμα». Η τοποθέτησή του δεν μοιάζει να προέρχεται από τεχνοφοβία, αλλά από μια βαθύτερη αντίληψη για τη φύση της δημιουργίας. Ο Βερμέτ υποστήριξε ότι η αξία δεν βρίσκεται μόνο στο τελικό προϊόν, αλλά κυρίως στη διαδρομή που οδηγεί σε αυτό. Στο πλαίσιο αυτό θυμήθηκε και τις πολύωρες συζητήσεις που είχε με τον Στίβεν Γουόλφραμ, επιστημονικό σύμβουλο της ταινίας Arrival του Ντενί Βιλνέβ. Τις περιέγραψε ως «επιστημονικά jam sessions», όπου επιστήμονες και δημιουργοί αντάλλασσαν ιδέες για πιθανά σενάρια, εξωγήινους πολιτισμούς και αφηγηματικά προβλήματα που έπρεπε να λυθούν με πειστικό τρόπο. Αυτές οι συναντήσεις, όπως εξήγησε, αποκάλυπταν ότι η δημιουργία φανταστικών κόσμων δεν απέχει τόσο από την επιστημονική έρευνα. Και στις δύο περιπτώσεις, η πρόοδος προκύπτει μέσα από ερωτήματα, αμφιβολίες και συνεχή δοκιμή υποθέσεων. Το σημαντικότερο μάθημα που έχει αποκομίσει από αυτή τη διαδικασία είναι απλό αλλά καθοριστικό: να εμπιστεύεται το ένστικτό του. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, μιλώντας για το μέλλον, ο άνθρωπος που έχει περάσει χρόνια σχεδιάζοντας διαστημικούς πολιτισμούς και φανταστικές πραγματικότητες, κατέληξε να μιλήσει για κάτι απολύτως ανθρώπινο: τη μουσική. Παρά την πολυετή ενασχόλησή του με την επιστημονική φαντασία, ο Βερμέτ παραδέχθηκε ότι γνωρίζει μόνο μία πραγματική μορφή ταξιδιού στον χρόνο. Όχι μέσω μηχανών, σκουληκότρυπων ή διαστημικών αλμάτων, αλλά μέσω των συναισθημάτων. Όπως σημείωσε, η μουσική είναι ίσως η μοναδική αληθινή χρονομηχανή που διαθέτουμε. Μια μελωδία μπορεί να επαναφέρει στιγμές, πρόσωπα και αισθήσεις που μοιάζουν χαμένες, μεταφέροντας τον άνθρωπο πίσω σε εκδοχές του εαυτού του που πίστευε ότι είχαν μείνει οριστικά στο παρελθόν. Aυτή η παρατήρηση ίσως εξηγεί καλύτερα από κάθε τεχνολογική συζήτηση γιατί δημιουργοί όπως ο Βερμέτ εξακολουθούν να εμπιστεύονται περισσότερο την ανθρώπινη εμπειρία παρά τους αλγορίθμους: επειδή οι κόσμοι που μένουν στη μνήμη δεν χτίζονται μόνο με εικόνες, αλλά με συναίσθημα.