Η ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίσει μια εισβολή έως το 2030 εξακολουθεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση, εξαιτίας της συνεχιζόμενης εξάρτησής της από τις Ηνωμένες Πολιτείες και του κατακερματισμού των εθνικών αμυντικών συστημάτων, σύμφωνα με έκθεση του επίσημου ελεγκτικού οργάνου της. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ECA) διαπιστώνει ότι η ΕΕ είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένη σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία, το 2022. Ωστόσο, εκτιμά ότι θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί ο στόχος της πλήρους αμυντικής ετοιμότητας έως το τέλος της δεκαετίας. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. «Η επίτευξη αμυντικής ετοιμότητας στην ΕΕ έως το 2030 εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση», δήλωσε ο Μάρεκ Οπιόλα, μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που ηγήθηκε της αξιολόγησης της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, η οποία δημοσιεύθηκε την Πέμπτη. «Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες, όπως τα κατακερματισμένα εθνικά συστήματα και τα βιομηχανικά σημεία συμφόρησης. Παραμένουμε, επίσης, εξαρτημένοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες», πρόσθεσε. ► Οι εξοπλισμοί «σπάνε» το ταμπού του χρέους στη Γερμανία: Ιστορικό δάνειο-μαμούθ 800 δισ. για όπλα Μιλώντας στον Guardian, υπογράμμισε ότι η ΕΕ θα μπορούσε «να σημειώσει ακόμη σημαντική πρόοδο», εφόσον αυξήσει κατακόρυφα τις αμυντικές δαπάνες και επεκτείνει με ταχείς ρυθμούς την παραγωγή πυρομαχικών. Δυσκολίες για το στόχο αμυντικής ετοιμότητας έως το 2030 Μεταξύ 2020 και 2025, τα κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 79%, αντιδρώντας στη ρωσική απειλή και επιχειρώντας, έστω και καθυστερημένα, να εκπληρώσουν τους στόχους δαπανών του ΝΑΤΟ. Τον Νοέμβριο του 2024, η ΕΕ τήρησε τη δέσμευσή της να παραδώσει στην Ουκρανία ένα εκατομμύριο βλήματα πυροβολικού, αλλά με καθυστέρηση οκτώ μηνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε πέρυσι ως στόχο την επίτευξη αμυντικής ετοιμότητας έως το 2030, έπειτα από προειδοποιήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών ότι η Ρωσία θα μπορούσε να είναι έτοιμη να διεξαγάγει έναν μεγάλης κλίμακας πόλεμο στην Ευρώπη περίπου εκείνη την περίοδο. Ο οικονομικός επόπτης της Ένωσης προειδοποίησε ότι πρέπει να ξεπεραστούν σημαντικές δυσκολίες, προκειμένου να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος. Ανώτερος ελεγκτής όρισε την αμυντική ετοιμότητα ως την απόκτηση «στρατηγικής αυτονομίας» και «της ικανότητας ανεξάρτητης υποστήριξης πολεμικών επιχειρήσεων υψηλής έντασης». Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το 2019, όταν πραγματοποιήθηκε αντίστοιχη αξιολόγηση. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι ο κατακερματισμός των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών και η «ανεπαρκής συνεργασία» μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων εντείνουν τον κίνδυνο αλληλοεπικάλυψης των δαπανών ή διατήρησης σοβαρών κενών στις στρατιωτικές δυνατότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυσλειτουργίας -αν και δεν αναφέρεται στην έκθεση- αποτελεί η απόφαση της Γαλλίας και της Γερμανίας να εγκαταλείψουν ένα κοινό πρόγραμμα ύψους 100 δισ. ευρώ για την κατασκευή μαχητικού αεροσκάφους, καθώς οι επικεφαλής εταιρείες δεν κατάφεραν να επιλύσουν τις διαφωνίες τους σχετικά με την ηγεσία και τον έλεγχο του έργου. Η σύγκρουση ανάμεσα στις επείγουσες ανάγκες και το «Αγοράζουμε ευρωπαϊκά» Η έκθεση επισημαίνει μια πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στις άμεσες ανάγκες του πεδίου της μάχης και στην πολιτική «Αγοράζουμε ευρωπαϊκά», η οποία αποσκοπεί στον περιορισμό της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές. Από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2023, το 78% των αμυντικών προμηθειών των κυβερνήσεων της ΕΕ προήλθε από χώρες εκτός Ένωσης. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευαν το 63%, σύμφωνα με μελέτη που επικαλείται το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Ο ανώτερος ελεγκτής ανέφερε ότι οι αγορές αμερικανικού στρατιωτικού υλικού αυξήθηκαν μετά την εισβολή πλήρους κλίμακας της Ρωσίας στην Ουκρανία. Όπως σημείωσε, αυτό ήταν «κατανοητό, επειδή η ΕΕ έπρεπε να εξασφαλίσει γρήγορα διαθέσιμες στρατιωτικές δυνατότητες». ► «Απογαλακτισμός» της ΕΕ από τις ΗΠΑ και στο cloud των αμυντικών δεδομένων Ο ίδιος πρόσθεσε ότι διακρίνονται «πρώιμες ενδείξεις βελτίωσης της κατάστασης», αν και οι ελεγκτές δεν διέθεταν πλήρη στοιχεία ώστε να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα. Η ΕΕ έχει θέσει ως προϋπόθεση οι κοινές αμυντικές δαπάνες να ωφελούν τις εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες ή εκείνες στενά συνδεδεμένων χωρών, όπως η Ουκρανία και η Νορβηγία. Έχουν προβλεφθεί, πάντως, ορισμένες εξαιρέσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Ευρώπη αδυνατεί να παράγει εγκαίρως κρίσιμα εφόδια. Η Ουκρανία ζητά εξαίρεση για την αγορά Patriot Έπειτα από ένα ιδιαίτερα αιματηρό καλοκαίρι, με θανατηφόρες επιθέσεις ρωσικών πυραύλων και drones, η Ουκρανία ζήτησε αυτή την εβδομάδα να εξαιρεθεί από τους ευρωπαϊκούς κανόνες προμηθειών, ώστε να αποκτήσει αμερικανικής κατασκευής αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot, αξιοποιώντας μέρος του δανείου στήριξης των 90 δισ. ευρώ από την ΕΕ. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε την Τετάρτη ότι η Ουκρανία ζήτησε χρηματοδότηση «ύψους αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ» για την ενίσχυση της αντιαεροπορικής της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων Patriot. Εκπρόσωπος της Κομισιόν ανέφερε ότι το αίτημα του Κιέβου για πυραύλους αναχαίτισης Patriot «θα απαιτούσε παρέκκλιση» από τους κανόνες που προβλέπουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού που αγοράζεται μέσω του δανείου πρέπει να είναι ευρωπαϊκής προέλευσης. «Τον τελευταίο λόγο έχουν τα κράτη-μέλη και, φυσικά, ελπίζουμε ότι η εξαίρεση θα εγκριθεί σύντομα», δήλωσε ο εκπρόσωπος. Ο ανώτερος ελεγκτής αναγνώρισε ότι, όταν υπάρχει μια επείγουσα βραχυπρόθεσμη ανάγκη, «ενδέχεται να είναι λογικό» να πραγματοποιούνται αγορές εκτός Ευρώπης. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι «ακόμη κι αν αγοράζεις κάτι το οποίο δεν διαθέτεις εγχώρια, θα πρέπει πάντοτε να έχεις ένα σχέδιο για την ανάπτυξη αυτής της κρίσιμης δυνατότητας, μακροπρόθεσμα, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
