Πολιτικό ρήγμα φαίνεται να δημιουργείται ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και μέρος της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, καθώς ακόμη και ιδεολογικά συγγενείς πολιτικοί χώροι εμφανίζονται όλο και πιο επιφυλακτικοί απέναντί του, με τον ίδιο να έχει καταστεί πολιτικά τοξικός στην Ευρώπη. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Το ρήγμα στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά και η αποστασιοποίηση από τον Τραμπ Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Politico , η Μαρίν Λεπέν φέρεται να δήλωσε σε βουλευτές του «Εθνικού Συναγερμού» σε συνάντηση την Τρίτη ότι «πρέπει να κρατήσουμε τις αποστάσεις μας», όπως ανέφερε υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος που παρευρέθηκε στη συνεδρίαση. Την ίδια ώρα, δεξιοί λαϊκιστές στην Ευρώπη είχαν ήδη αρχίσει να απομακρύνονται από τον Τραμπ πριν ακόμη από την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, στις πρόσφατες κοινοβουλευτικές εκλογές της Κυριακής. Η προεκλογική εκστρατεία του ούγγρου πρώην πρωθυπουργού είχε σημαδευτεί από δημόσιες δηλώσεις στήριξης του Τραμπ, καθώς και από επίσκεψη του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς λίγες ημέρες πριν τις κάλπες. Ωστόσο, όπως σημειώνουν πολιτικοί αναλυτές και στελέχη ευρωπαϊκών κομμάτων, η ήττα του Όρμπαν, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τη συζήτηση γύρω από την αύξηση του ενεργειακού κόστους, επιτάχυνε τη διαδικασία αποστασιοποίησης από τον Τραμπ. Ενώ ορισμένοι βλέπουν πλεονεκτήματα στη διατήρηση των δεσμών με τον Τραμπ, «στο συγκεκριμένο πλαίσιο των εκλογών, αυτή δεν είναι μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα προσέγγιση», δήλωσε ο Τόρμπεν Μπράγκα, βουλευτής του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), ο οποίος είναι μέλος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του γερμανικού κοινοβουλίου. Ακόμη και στο εσωτερικό της AfD στη Γερμανία καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις. Ο βουλευτής Ματθίας Μουςντορφ σχολίασε στο X ότι η «επιδεικτική επίδειξη φιλίας» μεταξύ Βουδαπέστης και κυβέρνησης Τραμπ, καθώς και η στήριξη του Τζέι Ντι Βανς στον Όρμπαν, «κρεμόταν σαν μύλος γύρω από τον λαιμό» του ούγγρου πρώην ηγέτη. Στην Ιταλία, η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι φέρεται επίσης να επαναξιολογεί πολιτικά τη στάση της, με αφορμή τις επιθέσεις του Τραμπ προς τον Πάπα Λέοντα, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της καθολικής βάσης στήριξής της. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από την Μπολόνια έως τη Βουδαπέστη, αυξάνονται οι επικρίσεις προς τον Τραμπ για τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και την άνοδο του κόστους ενέργειας. «Η ήττα του Όρμπαν δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στην κόπωση των ψηφοφόρων», δήλωσε υψηλόβαθμο στέλεχος του Εθνικού Συνασπισμού, το οποίο διατήρησε την ανωνυμία του για να μοιραστεί λεπτομέρειες από ιδιωτικές συνομιλίες. «Η στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο τρέχον πλαίσιο, δεν έτυχε θετικής υποδοχής από τους ούγγρους ψηφοφόρους», τόνισε. Ανάλογη στάση φαίνεται να υιοθετούν και στελέχη της AfD ενόψει κρίσιμων περιφερειακών εκλογών στη Γερμανία, με στόχο να μην επιβαρυνθούν εκλογικά από μια άμεση σύνδεση με τον Τραμπ. Από την ελπίδα για νομιμοποίηση μέσω Τραμπ στην επιφυλακτικότητα Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο πέρυσι, αρκετά λαϊκιστικά κινήματα κατά της μετανάστευσης στην Ευρώπη θεώρησαν ότι θα μπορούσε να δώσει νέα ώθηση στις πολιτικές τους φιλοδοξίες, ιδιαίτερα σε κόμματα που δυσκολεύονταν να αποκτήσουν εξουσία ή μεγαλύτερη πολιτική αξιοπιστία. Η κυβέρνηση Τραμπ, μάλιστα, φέρεται να επισημοποίησε προσπάθειες δημιουργίας ενός διεθνούς δικτύου ιδεολογικών συμμάχων στο πλαίσιο της στρατηγικής της για την εθνική ασφάλεια, ενισχύοντας την αίσθηση πολιτικής σύμπλευσης με ευρωπαϊκά δεξιά κόμματα. Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) είδε αρχικά αυτή τη στήριξη ως ευκαιρία ενίσχυσης της πολιτικής της νομιμοποίησης και ως μοχλό πίεσης προς τους συντηρητικούς του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, προκειμένου να αρθεί το λεγόμενο «τείχος προστασίας» (firewall), το άτυπο πολιτικό φράγμα που αποτρέπει τη συμμετοχή της ακροδεξιάς στην εξουσία από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επικεφαλής του AfD, Άλις Βάιντελ, συνέχισε να προβάλλει θετική στάση απέναντι στις σχέσεις με την κυβέρνηση Τραμπ, δηλώνοντας ότι δεν θεωρεί τις στενές επαφές βάρος για το κόμμα και επαινώντας τον Βίκτορ Όρμπαν για την προεκλογική του στρατηγική, την οποία χαρακτήρισε «πολύ καλή». Αντίθετα, το κόμμα της Μαρίν Λεπέν εμφανίστηκε εξαρχής πιο επιφυλακτικό, λόγω της αντιδημοτικότητας του Τραμπ στο γαλλικό εκλογικό σώμα αλλά και στο εσωτερικό της δικής του βάσης ψηφοφόρων. «Από την επίθεση στο Καπιτώλιο το 2021, η Μαρίν Λεπέν συνειδητοποίησε ότι δεν είναι καλή ιδέα να έρθει πολύ κοντά του. Είναι πολύ προσεκτική και κράτησε αποστάσεις», ανέφερε πρώην αξιωματούχος αντίπαλης ακροδεξιάς πολιτικής ομάδας. Οι στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον «μπορεί να αποτελέσουν εμπόδιο και να παρερμηνευθούν», επανέλαβε ένας από τους στενούς συμμάχους της Λεπέν. «Συμπαθούμε τους φίλους μας στην Ουάσιγκτον, αλλά δεν θέλουμε να μας λένε τι να κάνουμε», πρόσθεσε. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η Λεπέν δεν έχει αγκαλιάσει την κυβέρνηση Τραμπ όταν την εξυπηρετούσε πολιτικά. Ο Λουί Αλιό, δήμαρχος της Περπινιάν, εκπροσώπησε το κόμμα της Λεπέν στην τελετή μνήμης για τον δολοφονημένο δεξιό podcaster Τσάρλι Κερκ πέρυσι. Επίσης, η Λεπέν και ο πρόεδρος του κόμματος Τζόρνταν Μπαρντέλα ήταν μεταξύ των γάλλων πολιτικών ηγετών που δέχτηκαν προσκλήσεις για να συναντήσουν τον πρέσβη των ΗΠΑ στη Γαλλία Τσαρλς Κούσνερ. Όπως σχολίασε υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος, η παρουσία σε τέτοιες επαφές «δείχνει ότι είμαστε ικανοί να μιλάμε με τους μεγάλους παίκτες του κόσμου», ακόμη κι αν η πολιτική στρατηγική παραμένει προσεκτική και ισορροπημένη. Η κληρονομιά του Όρμπαν Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στο εσωτερικό των ιδεολογικών συμμάχων του Ντόναλντ Τραμπ στην Ευρώπη, με ορισμένες πολιτικές δυνάμεις – όπως η ηγεσία της AfD – να εμφανίζονται ολοένα και πιο αποστασιοποιημένες από την αμερικανική κυβέρνηση. Παρά τις διαφοροποιήσεις, αρκετά κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς εξακολουθούν να αντλούν πολιτικό «οδηγό» από την κληρονομιά του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος έχει καθιερωθεί ως σημείο αναφοράς για τη λαϊκιστική ατζέντα στην Ευρώπη. Ο ούγγρος πρώην πρωθυπουργός προώθησε μια συγκρουσιακή στάση απέναντι στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επιθέσεις στο κράτος δικαίου και περιορισμούς στον δημοσιογραφικό χώρο, πρακτικές που στη συνέχεια υιοθετήθηκαν – σε διαφορετικό βαθμό – από εθνικιστικά κόμματα σε όλη την ΕΕ. Ωστόσο, σύμφωνα με πολιτικές αναλύσεις, αυτές οι θέσεις δεν φαίνεται απαραίτητα να έχουν κοστίσει εκλογικά στον Όρμπαν στο παρελθόν. Αντίθετα, στελέχη της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς αποδίδουν πολιτική σημασία στη μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης προς ζητήματα καθημερινότητας και διαφθοράς, όπως έδειξαν και οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις με τον Πέτερ Μάγιαρ. Δεδομένου ότι η εχθρότητα προς τις Βρυξέλλες δεν ήταν καθοριστική για την έκβαση των εκλογών, η ήττα του Όρμπαν δεν θα σημαίνει «το τέλος του αγώνα» κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δήλωσε ο στενός σύμμαχος της Λεπέν που αναφέρθηκε παραπάνω. «Χρειαζόμαστε μια μεγάλη χώρα για να ηγηθεί της εξέγερσης», είπε και συμπλήρωσε: «Αν κερδίσουμε το 2027, θα ακολουθήσουν και άλλες χώρες».
