Με αιχμή την οικονομία και την ακρίβεια, αλλά με σαφείς τοποθετήσεις για τις επόμενες εκλογές, την αντιπολίτευση, την αυτοδυναμία, τα ελληνοτουρκικά και τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Μέση Ανατολή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε από τη συνέντευξη Τύπου, στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ, να περιγράψει τόσο τις άμεσες κυβερνητικές προτεραιότητες όσο και το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η Νέα Δημοκρατία έως τις κάλπες της άνοιξης του 2027. Από το Συνεδριακό Κέντρο «Ιωάννης Βελλίδης», υπεραμύνθηκε του πακέτου μέτρων που ανακοίνωσε, επιμένοντας ότι στηρίζεται στις αντοχές της οικονομίας και δεν αποτελεί προεκλογική παροχολογία. Παράλληλα, έθεσε ως κεντρικό πολιτικό στόχο την αυτοδυναμία, απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών και ανασχηματισμού, ενώ έστειλε σαφή μηνύματα τόσο προς την Τουρκία όσο και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, με ιδιαίτερα αιχμηρές αναφορές στον Αντώνη Σαμαρά. Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε ακόμη στην ανάγκη μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας, υποστηρίζοντας ότι η επόμενη τετραετία δεν θα μπορούσε να είναι «μία από τα ίδια», ενώ αναγνώρισε λάθη της κυβέρνησης χωρίς, όπως είπε, να δέχεται «να ισοπεδωθεί» το έργο των τελευταίων επτά ετών. Σκληρή ήταν, τέλος, η κριτική του προς τον Αλέξη Τσίπρα και την αντιπολίτευση, με τον Πρωθυπουργό να τον κατηγορεί για υποσχέσεις που, όπως είπε, συνιστούν πλέον «κανονική απάτη και εξαπάτηση των Ελλήνων πολιτών». Οικονομική πολιτική Στο οικονομικό πεδίο, επιχείρησε εξαρχής να αποκρούσει την κριτική ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αποτελούν ένα πακέτο με προεκλογικά χαρακτηριστικά. Ερωτηθείς αν τα μέτρα αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των κοινωνικών ομάδων που δοκιμάζονται από την ακρίβεια, υποστήριξε ότι η δυνατότητα στήριξης των πολιτών αποτελεί αποτέλεσμα της πορείας της οικονομίας τα τελευταία χρόνια. «Η χώρα είναι σε θέση να διανέμει στους πολίτες πρόγραμμα στήριξης και μέρισμα ανάπτυξης επειδή η απόδοση της οικονομίας τα τελευταία χρόνια το επιτρέπει», ανέφερε. Οπως εξήγησε, η κυβέρνηση κατάφερε να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική συνέπεια, να περιορίσει τη φοροδιαφυγή και να πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που, κατά τον ίδιο, έχει οδηγήσει σε αυξημένα δημόσια έσοδα τα οποία μπορούν να επιστραφούν στους πολίτες. Εδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία, σημειώνοντας ότι «το πλαίσιο στήριξης που εξήγγειλα είναι αυστηρά κοστολογημένο και κινείται μέχρι το τελευταίο ευρώ μέσα στο πλαίσιο των δημοσιονομικών στόχων, όπως αυτοί έχουν καθοριστεί από την ΕΕ». Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να αποκλίνει «ούτε ένα ευρώ» από τους συμφωνημένους στόχους, χαρακτηρίζοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα μη διαπραγματεύσιμη προτεραιότητα. Ταυτόχρονα, αναγνώρισε ότι κανένα κυβερνητικό πρόγραμμα δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως τις συνέπειες της ακρίβειας για τα νοικοκυριά. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο πακέτο είναι υλοποιήσιμο, έχει σαφές χρονοδιάγραμμα και προσφέρει στήριξη σε πολλές κοινωνικές ομάδες με στόχο, όπως είπε, μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη. Ο κ. Μητσοτάκης επανήλθε στην ακρίβεια, παρουσιάζοντας τη φορολογική πολιτική, τις αυξήσεις μισθών και τις άμεσες ενισχύσεις ως το βασικό κυβερνητικό πλέγμα προστασίας του διαθέσιμου εισοδήματος. Όπως είπε, η μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που εφαρμόζεται από τις αρχές του 2026 και θα συνεχιστεί το 2027 δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα εισοδήματα ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών. Τα οφέλη από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, πρόσθεσε, θα γίνουν εμφανή με την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων από τον Μάρτιο. Στα μέτρα που απαρίθμησε περιλαμβάνονται τα 400 ευρώ για τους συνταξιούχους, τα 500 ευρώ που, όπως είπε, θα λάβουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στο τέλος του 2027, η αναπροσαρμογή των επιδομάτων αναπηρίας και ο μηδενισμός της φορολόγησης για τρίτεκνους και για αγρότες με εισόδημα έως 20.000 ευρώ. «Όλα αυτά τα μέτρα στοχεύουν σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: στη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος της μέσης ελληνικής οικογένειας απέναντι στην ακρίβεια», τόνισε. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την αύξηση των ονομαστικών μισθών. Υπενθύμισε ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη στα 920 ευρώ και, σύμφωνα με όσα είπε, θα ξεπεράσει τα 950 ευρώ την 1η Απριλίου, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει υπερβεί τα 1.500 ευρώ. «Η άνοδος του ονομαστικού μισθού, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, περισσότερα χρήματα διαθέσιμα, είναι η καλύτερη και μόνιμη απάντηση στο επίμονο πρόβλημα της ακρίβειας», ανέφερε. «Όλα λοιπόν αυτά τα μέτρα, αθροιζόμενα, συνιστούν την άμυνα της κυβέρνησης απέναντι στην ακρίβεια. Είναι πρώτη μας προτεραιότητα η αντιμετώπιση της ακρίβειας», πρόσθεσε. Αναφέρθηκε και στις αλλαγές στο καθεστώς των τεκμηρίων για ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις, απορρίπτοντας την άποψη ότι οι νέες παρεμβάσεις αποτελούν παραδοχή μιας λανθασμένης πολιτικής. Όπως εξήγησε, η ενίσχυση των ψηφιακών εργαλείων, η διασύνδεση των επιχειρήσεων με τις φορολογικές αρχές και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης επιτρέπουν πλέον στο κράτος να έχει σαφέστερη εικόνα για τη φορολογητέα ύλη. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει πλέον λόγος να επιβάλλονται πρόσθετες προσαυξήσεις οι οποίες μπορεί να δημιουργούν αίσθημα αδικίας. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, καταργούνται οι σχετικές προσαυξήσεις για ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις. «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από τη φοροδιαφυγή», τόνισε, χαρακτηρίζοντας την πρόοδο στην αντιμετώπισή της σημαντική κοινωνική κατάκτηση. Παράλληλα, επανέλαβε ότι η κυβέρνηση ακολουθεί φιλοεπιχειρηματική πολιτική, παραπέμποντας στις μειώσεις φόρων, στην κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και του τέλους επιτηδεύματος. Υπερασπίστηκε, ωστόσο, τη βασική φιλοσοφία του τεκμαρτού προσδιορισμού εισοδήματος, λέγοντας ότι δεν θεωρεί λογικό ένας ελεύθερος επαγγελματίας να δηλώνει συστηματικά εισόδημα μικρότερο από τον κατώτατο μισθό. Υπενθύμισε επίσης ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και ανέφερε ότι λιγότεροι από 400 φορολογούμενοι επέλεξαν να το αμφισβητήσουν. «Ήταν ένα οριζόντιο μέτρο, αλλά δίκαιο», υποστήριξε, προσθέτοντας ότι με τα νέα δεδομένα «δεν χρειαζόμαστε πλέον τις αυθαίρετες προσαυξήσεις». «Ακουσα από κάποιους “περίμενα να δώσει περισσότερα χθες”, λυπάμαι δεν μπορώ» είπε, προσθέτοντας ότι αν το έκανε για προεκλογικούς λόγους, θα υποθήκευε αυτό για το οποίο έχει εργαστεί σκληρά. Συνεχίζοντας για το θέμα της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο δημόσιο είπε: «Δεν βγαίνουν οι αριθμοί. Δεν αντέχει ο προϋπολογισμός σήμερα. Είναι τόσο απλό. Εάν προσθέσετε στην εξίσωση τη μείωση του ΦΠΑ καταλαβαίνετε ότι θα τινάζαμε τη μπάνκα στον αέρα και το ΠΑΣΟΚ το ξέρει πολύ καλά αυτό» σχολίασε, κληθείς να απαντήσει σε ερώτηση για την οικονομία και τις προτάσεις της αντιπολίτευσης. Όπως σημείωσε, η κυβέρνηση δεν είναι «αντίθετη να υιοθετήσει κάποια σωστή πρόταση της αντιπολίτευσης», υπογραμμίζοντας ωστόσο πως δεν θα συμφωνήσει «σε προτάσεις που είναι ανεφάρμοστές. Έως τις εκλογές θα δείτε ένα κρεσέντο παροχολογίας». Ο Πρωθυπουργός προσέρχεται στο Βελλίδειο για τη συνέντευξη Τύπου/ΙΝΤΙΜΕ Εξωτερική πολιτική Σαφείς ήταν οι τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για τα ελληνοτουρκικά, την αμυντική θωράκιση της χώρας και τον ρόλο της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή. Ερωτηθείς για τις σχέσεις με την Τουρκία, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά την αποτρεπτική της δυνατότητα τα τελευταία χρόνια και ξεκαθάρισε ότι «προφανώς δεν θα ζητήσει την άδεια κανενός για το πώς θα εξοπλίζεται». Ο Πρωθυπουργός επανέλαβε ότι η Αθήνα επιδιώκει καλές σχέσεις με την Άγκυρα, αλλά αναγνωρίζει ως βασική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. «Δεν πρόκειται ποτέ να μπω σε συζήτηση με την Τουρκία για ζητήματα που η ίδια η Τουρκία θέτει και αποτελούν μη ζητήματα για την ελληνική Πολιτεία», τόνισε. Για τα χωρικά ύδατα υπενθύμισε ότι «η Ελλάδα διατηρεί το αναφαίρετο δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα έως τα 12 μίλια όποτε και όπως κρίνει ότι είναι η πιο κατάλληλη χρονική συγκυρία». Σε ερώτηση για τους τουρκικούς εξοπλισμούς, τα F-35, την ισορροπία ισχύος και τις νέες μορφές πολέμου, ανέφερε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη μεταξύ των πέντε χωρών του ΝΑΤΟ που έχουν πετύχει τον στόχο για αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ. Όπως είπε, αυτό δεν γίνεται μόνο για λόγους συνέπειας προς τις συμμαχικές υποχρεώσεις, αλλά επειδή η διεθνής συγκυρία επιβάλλει στη χώρα να διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα. Σημείωσε ότι η προτεραιότητα στην άμυνα και την ασφάλεια αποτελεί μέρος της «συμφωνίας» της κυβέρνησης με την ελληνική κοινωνία και δήλωσε υπερήφανος για το γεγονός ότι έχει καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό το αμυντικό κενό που δημιουργήθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Εκανε ιδιαίτερη αναφορά στο Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο, όπως σημείωσε, είχε να αποκτήσει νέα πλοία επί 30 χρόνια. Αναφερόμενος στις τεχνολογικές αλλαγές στον πόλεμο, τόνισε ότι η στροφή προς μικρότερα, φθηνότερα και συνεχώς εξελισσόμενα συστήματα αποτελεί πλέον πραγματικότητα και ότι η Ελλάδα προσαρμόζεται σε αυτή. Κατέληξε λέγοντας ότι η Ελλάδα είναι ειρηνική χώρα, με πρώτη προτεραιότητα την άμυνά της, χωρίς να θελήσει να επεκταθεί περαιτέρω στο θέμα των F-35. Ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε επίσης στο δίκτυο σχέσεων που έχει οικοδομήσει η Ελλάδα με χώρες της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου. Όπως είπε, πρόκειται για σχέσεις που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό και στην προσωπική εμπιστοσύνη με τις ηγεσίες αυτών των κρατών, δίνοντας στην Ελλάδα τη δυνατότητα να λειτουργεί ως «γέφυρα μεταξύ της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και των χωρών του Κόλπου». Για τη Συμφωνία της Μέκκας, σημείωσε ότι, παρότι δεν είναι γνωστές όλες οι λεπτομέρειες, πρόκειται για μια εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθηθεί. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν αλλάζει την κεντρική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για ισχυρές σχέσεις με όλες τις χώρες του Κόλπου. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Σαουδική Αραβία, την οποία, όπως είπε, αναμένεται να επισκεφθεί σύντομα για την επαναβεβαίωση του στρατηγικού χαρακτήρα της διμερούς σχέσης. «Δεν σημαίνει ότι επειδή η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να έφερε πιο κοντά ενδεχομένως την Τουρκία, ότι αυτό σημαίνει ότι αυτόματα εμείς παίρνουμε αποστάσεις. Η εξωτερική πολιτική είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτό», ανέφερε. Τόνισε επίσης ότι η στρατηγική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ δεν αναιρεί τον ρόλο της ως χώρας που επιδιώκει συναινετικές λύσεις στη Μέση Ανατολή. Κατά τον Πρωθυπουργό, οι σχέσεις αυτές έχουν «στρατηγικό βάθος», ενισχύουν γεωπολιτικά και αμυντικά τη χώρα και παράλληλα προσελκύουν σημαντικές επενδύσεις. Εκλογές και κυβέρνηση Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκλεισε εκ νέου κάθε συζήτηση για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, με τη συμπλήρωση της τετραετίας. «Οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027», είπε όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών και ανασχηματισμού. Υπενθύμισε ότι είχαν διατυπωθεί αντίστοιχες προβλέψεις για εκλογές το φθινόπωρο, οι οποίες δεν επιβεβαιώθηκαν, και δήλωσε ότι πιστεύει στη θεσμική συνέπεια και στην ολοκλήρωση των εκλογικών κύκλων. «Ο μόνος λόγος για να κάνει κάποιος πρόωρες εκλογές είναι ότι θεωρεί ότι τον βολεύει πολιτικά. Δεν είμαι σε αυτή τη λογική», ανέφερε, παραπέμποντας και στο 2023, όταν, όπως είπε, είχε δεχθεί αντίστοιχες εισηγήσεις χωρίς να τις ακολουθήσει. Παράλληλα, απέκλεισε ουσιαστικά και το ενδεχόμενο ανασχηματισμού, εκτιμώντας ότι το κυβερνητικό σχήμα «έχει βρει τον ρυθμό του» και παραπέμποντας στο πλούσιο νομοθετικό έργο που βρίσκεται μπροστά. Επέμεινε ότι ο στόχος της Νέας Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές είναι η αυτοδυναμία. Ερωτηθείς τι θα κάνει εάν η κάλπη δεν δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, υπενθύμισε ότι την 1η Ιουλίου 2027 η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, όπως είπε, θα πρέπει εκείνη την περίοδο να διαθέτει σταθερή κυβέρνηση. «Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι οι πιο κατάλληλα εξοπλισμένες και δεν εγκλωβίζονται σε παζάρια», ανέφερε. Τόνισε πάντως ότι η ετυμηγορία των πολιτών θα γίνει απολύτως σεβαστή, σημειώνοντας ότι «κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός, αυτός θα αποφασίσει». Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα του ενδεχομένου υπηρεσιακής κυβέρνησης σε περίπτωση αδιεξόδου, διερωτώμενος εάν κάτι τέτοιο θα ήταν το καλύτερο για τη χώρα στη σημερινή δύσκολη διεθνή συγκυρία. Για το γεγονός ότι σήμερα δεν διαφαίνεται πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας, απέδωσε την ευθύνη όχι στη Νέα Δημοκρατία αλλά στα κόμματα που έχουν αποκλείσει, ακόμη και με συνεδριακές αποφάσεις, τη δυνατότητα συνεργασίας μαζί της. Επικαλέστηκε επίσης το παράδειγμα των εκλογών του 2023, υπενθυμίζοντας ότι οι δημοσκοπήσεις πριν από την κάλπη δεν έδιναν στη ΝΔ ποσοστό υψηλότερο από 35%-36%, ενώ τελικά έλαβε 41%. «Ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι εφικτός, είναι η μόνη πολιτική λύση ώστε η χώρα να έχει σταθερή κυβέρνηση την επόμενη ημέρα», είπε. Ερωτηθείς για τις δημοσκοπήσεις στις οποίες μεγάλο μέρος των πολιτών θεωρεί ότι η χώρα κινείται προς λάθος κατεύθυνση, αλλά και γιατί διεκδικεί τρίτη θητεία, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε αρχικά με χιούμορ ότι «είχα την εντύπωση ότι η αντιπολίτευση στοχεύει να είναι πρώτο κόμμα στις εκλογές». Στη συνέχεια υποστήριξε ότι η χώρα χρειάζεται «σταθερό τιμόνι» απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις και έθεσε ως βασικό ερώτημα ποιος πρωθυπουργός και ποια κυβέρνηση διαθέτουν την εμπειρία και την ικανότητα να διαχειριστούν το σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Τόνισε ότι μια νέα τετραετία δεν θα αποτελούσε εντολή για «μία από τα ίδια», αλλά για ταχύτερες και πιο τολμηρές μεταρρυθμίσεις. «Πιστεύω ότι κι εγώ έχω μάθει από τα δικά μας λάθη, πιστεύω ότι η χώρα πρέπει να προχωρήσει ακόμα πιο γρήγορα και ακόμα πιο τολμηρά σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις», είπε. Πρόσθεσε ότι έχει αποδείξει πως δεν φοβάται τις συγκρούσεις όταν αυτές είναι απαραίτητες για πολιτικές που, όπως υποστήριξε, ωφελούν τους πολλούς, ενώ σημείωσε ότι όσο περισσότερο έχει παραμείνει κάποιος στη θέση του πρωθυπουργού τόσο μεγαλύτερη σεμνότητα οφείλει να επιδεικνύει απέναντι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. «Ήμασταν συνεπείς σε αυτά τα οποία είπαμε και, ενώ δεν σε ψηφίζει κάποιος γι’ αυτά που έχεις κάνει αλλά γι’ αυτά που θα κάνεις, αναμφίβολα αυτή είναι μια σφραγίδα σε ένα διαβατήριο αξιοπιστίας», ανέφερε. Εκτίμησε, τέλος, ότι αυτή τη στιγμή «ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ των κομμάτων της αντιπολίτευσης», σημειώνοντας πάντως ότι υπάρχει ακόμη χρόνος μέχρι τις εκλογές ώστε όλες οι πολιτικές δυνάμεις να παρουσιάσουν τα προγράμματά τους. Ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στα λάθη της κυβέρνησης, δηλώνοντας ότι τα αναγνωρίζει αλλά δεν δέχεται, στο όνομα της αυτοκριτικής, να ακυρώνεται συνολικά το κυβερνητικό έργο της τελευταίας επταετίας. «Όταν κυβερνάς θα κάνεις και λάθη. Και είναι πολύ καλύτερα τα λάθη αυτά να τα αναγνωρίζεις με θάρρος και να φροντίζεις να τα διορθώνεις. Διότι το χειρότερο λάθος είναι το επαναλαμβανόμενο», είπε. Ανέφερε ως παραδείγματα το ζήτημα των αγροτικών επιδοτήσεων και του ΟΠΕΚΕΠΕ, την πανεπιστημιακή αστυνομία, αλλά και καθυστερήσεις στην υλοποίηση κυβερνητικών πολιτικών. Παράλληλα, αντέδρασε στην κριτική ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε χειρότερη θέση από το 2019. «Όταν κάποιοι λένε ότι η Ελλάδα του 2019 ήταν καλύτερη από την Ελλάδα του σήμερα αντιδρώ. Κοιτάξτε πού ήμασταν το 2019 και πού είμαστε το 2026», ανέφερε. Απαντώντας σε ερώτηση για τα σενάρια συνεργασιών που προβάλλουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το ενδεχόμενο να μην προκύψει αυτοδυναμία στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση ξεκαθάρισε ότι «κυβέρνηση σχηματίζει το πρώτο κόμμα, με πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος». Σχολίασε σκωπτικά το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης από κόμματα που θα έχουν ηττηθεί στις εκλογές, αναφέροντας χαρακτηριστικά τους πολιτικούς αρχηγούς Αλέξη Τσίπρα, Νίκο Ανδρουλάκη, Ζωή Κωνσταντοπούλου, Κυριάκο Βελόπουλο και ενδεχομένως, Δημήτρη Κουτσούμπα. Έκανε λόγο για «σενάριο κυβέρνησης των ηττημένων» και τόνισε χαρακτηριστικά «καλή τύχη, αν αυτό χρειάζεται σήμερα η χώρα». Ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι αντίστοιχα σενάρια είχαν διατυπωθεί και μετά τις εκλογές του 2023, σημειώνοντας ότι τελικά δεν ευοδώθηκαν, καθώς η Νέα Δημοκρατία κατέγραψε ποσοστό 41%. «Τα έχουμε ξανακούσει το 2023, είδαμε πού κατέληξαν, με τη ΝΔ στο 41% και τον κ. Τσίπρα στο 17%», ανέφερε. Παράλληλα, ξεκαθάρισε τη θέση του για το ποιος πρέπει να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία σχηματισμού κυβέρνησης, τονίζοντας ότι αυτή ανήκει στο πρώτο κόμμα και ότι πρωθυπουργός πρέπει να είναι ο αρχηγός του. «Κυβέρνηση σχηματίζει το πρώτο κόμμα, με Πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος», υπογράμμισε. Καταλήγοντας, χαρακτήρισε την αυτοδυναμία «την καλύτερη λύση», σημειώνοντας ότι το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών θα εξεταστεί αφού ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία. «Η αυτοδυναμία είναι η καλύτερη λύση. Ταμείο θα κάνουμε μετά τις εκλογές», ανέφερε. Η Μαρέβα Γκραμπόφσκι – Μητσοτάκη, παρακολουθεί τη συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού Ο Σαμαράς διαθέτει τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν κλήθηκε να σχολιάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά και το κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρξει στο μέλλον πολιτική συνεργασία μαζί του. Απέφυγε να απαντήσει σε μια αλληλουχία υποθετικών σεναρίων —αν ο πρώην Πρωθυπουργός ιδρύσει κόμμα, αν αυτό εισέλθει στη Βουλή και αν η Νέα Δημοκρατία δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία— λέγοντας: «Δεν θα μπω σε αυτή τη λογική». Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις του Αντώνη Σαμαρά δεν διακρίνει περιθώριο πολιτικής συνεννόησης. «Με όσα έχει πει, αμφισβητεί ευθέως τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής. Δεν βλέπω κανένα περιθώριο συνεννόησης», τόνισε. Ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι η Νέα Δημοκρατία έχει τιμήσει τον πρώην Πρωθυπουργό για την προσφορά του στην παράταξη και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα σταθμίσει τις επόμενες κινήσεις του με γνώμονα και την πολιτική του παρακαταθήκη. «Ο κ. Σαμαράς υπηρέτησε ως Πρωθυπουργός, η παράταξη τον τίμησε. Τελικά θα σκεφτεί καλύτερα την υστεροφημία του», ανέφερε. Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά του σε παλαιότερες εσωκομματικές συγκρούσεις, όταν είπε ότι ο Αντώνης Σαμαράς «διαθέτει τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη», προσθέτοντας: «Ελπίζω να μην τη χρησιμοποιήσει». Σε άλλη ερώτηση για το αν, υπό το βάρος των παρεμβάσεων του πρώην Πρωθυπουργού, θα μπορούσε ο ίδιος να κάνει «ένα βήμα πίσω», ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντέτεινε: «Μου ζητάτε να παραιτηθώ;». Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται ζήτημα ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία. «Η Νέα Δημοκρατία έχει αρχηγό και Πρωθυπουργό», είπε, κλείνοντας τη σχετική συζήτηση με τη φράση: «Δεν έχω να προσθέσω κάτι για το θέμα». Σε ερώτηση σχετικά με το ότι δεν έχει μετανιώσει για τη διαγραφή του Σαμαρά και το τι γίνεται με τη συνεχή απομάκρυνση του Κώστα Καραμανλή που δεν ήταν καν παρών στη χθεσινή ομιλία, ο Πρωθυπουργός είπε: «Μακάρι να μη φθάναμε στο σημείο να αναγκαστούμε να διαγράψουμε τον κ. Σαμαρά. Δεν το επεδίωξα ποτέ εγώ αλλά αυτά τα οποία ειπώθηκαν ήταν πάρα πολύ βαριά κι εξακολουθούν να λέγονται μετά τη διαγραφή. Με τον κ. Καραμανλή έχω μια καλή προσωπική σχέση, τον σέβομαι και τον τιμώ, όπως τιμώ όλους τους αρχηγούς της ΝΔ, τους τέως πρωθυπουργούς. Επαναλαμβάνω ότι μόνο όποιος έχει καθίσει στην καρέκλα του Πρωθυπουργού γνωρίζει τελικά πόσο δύσκολη είναι αυτή η δουλειά». «Δεν υπάρχει woke ατζέντα στην Ελλάδα» Σε ερώτηση για την κριτική από τον Αντώνη Σαμαρά για τη woke ατζέντα κι αν έχει μετανιώσει για τη νομοθέτηση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών, απάντησε ότι με αφορμή αυτή τη συζήτηση επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση και η κριτική για το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων. «Έχουμε αρκετούς λόγους να είμαστε διχασμένοι ας μην προσπαθούμε να εφεύρουμε κι άλλες αιτίες διχασμού», είπε. «Τα νέα σχολικά βιβλία θα κυκλοφορήσουν του χρόνου. Είναι κατάκτηση για τη χώρα ότι έχουμε ένα πολλαπλό σύστημα βιβλίων. Τα βιβλία δεν τα γράφει ούτε η υπουργός, ούτε το υπουργείο. Τα βιβλία αξιολογούνται από ανεξάρτητες επιτροπές κι αν σε κάποιο βιβλίο υπάρχει κάποιο σφάλμα ή κάτι που θεωρούμε ότι δημιουργεί αδικαιολόγητη αντίδραση, θα το διορθώσουμε. Μην έχετε καμία αμφιβολία γι αυτό. Αλλά τώρα να προσπαθούμε να εφεύρουμε ατζέντες που πραγματικά δεν υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία… διότι δεν υπάρχει woke ατζέντα στην Ελλάδα». Είπε, επίσης, ότι δεν πρέπει να συγχέουμε μια νομική πρωτοβουλία που αφορούσε την πολιτική ισότητα στον γάμο με υπερβολές, οι οποίες όντως έγιναν στις ΗΠΑ όπου και για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ο όρος woke ατζέντα. «Δεν υπάρχει woke ατζέντα στην Ελλάδα. Σας το λέω κατηγορηματικά και πάντως αν κάποιοι την υπερασπίζονται, δεν είναι αυτή η κυβέρνηση». Τσίπρας και ΠΑΣΟΚ Σκληρή γλώσσα χρησιμοποίησε και απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις προγραμματικές εξαγγελίες του πρώην πρωθυπουργού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέκρινε τις σημερινές τοποθετήσεις του κ. Τσίπρα με τις εξαγγελίες που είχε κάνει στη Θεσσαλονίκη το 2014. «Όταν ο κ. Τσίπρας έλεγε αυτά που έλεγε στη Θεσσαλονίκη το 2014, θα μπορούσε κάποιος να πιστέψει ότι τελούσε υπό καθεστώς αυταπάτης. Εξάλλου, ο ίδιος το είπε», ανέφερε. «Νομίζω ότι τζάμπα πήγε το rebranding. Τώρα δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία αυταπάτη. Τώρα πρόκειται για κανονική απάτη και εξαπάτηση των ελλήνων πολιτών το να υπόσχεται κανείς πράγματα που και ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν θα κληθεί ποτέ να τα εφαρμόσει», συνέχισε. Υπογράμμισε ότι η Νέα Δημοκρατία «δεν επιλέγει αντίπαλο», καθώς, όπως είπε, οι ίδιοι οι πολίτες καθορίζουν με την ψήφο τους ποιος θα βρίσκεται στην κυβέρνηση και ποιος στην αντιπολίτευση. «Σέβομαι όλους τους αντιπάλους, οφείλω όλους να τους αντιμετωπίζω με αξιοπρέπεια και βέβαια δουλειά της ΝΔ είναι όχι μόνο να προβάλλουμε τον δικό μας πολιτικό λόγο, αλλά να αποδομούμε τις θέσεις της αντιπολίτευσης», σημείωσε. Αναφέρθηκε, τέλος, και στο ΠΑΣΟΚ, σχολιάζοντας με αιχμηρό τρόπο τις ομοιότητες που, κατά τον ίδιο, υπάρχουν ανάμεσα στις προγραμματικές του θέσεις και εκείνες του Αλέξη Τσίπρα. Όπως είπε, άκουσε «με μεγάλο ενδιαφέρον το ΠΑΣΟΚ να λέει ότι το 80% του προγράμματός του είναι ουσιαστικά copy paste από τον κ. Τσίπρα». «Είναι η πρώτη φορά που βλέπω δύο κόμματα να διαγκωνίζονται τόσο πολύ για την πατρότητα ενός προγράμματος πολιτικής εξαπάτησης», κατέληξε. «Συνταγματικός ο νόμος για τα μη κρατικά ΑΕΙ» «Ο νόμος Πιερρακάκη έχει κριθεί συνταγματικός. Το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας επισήμανε κάποιες διοικητικές αστοχίες, οι οποίες διορθώνονται αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Κανείς φοιτητής δεν πρόκειται να μείνει ξεκρέμαστος και η Ελλάδα θα γίνει κέντρο σημαντικών επενδύσεων ως προς τη τριτοβάθμια εκπαίδευση» τόνισε ο Πρωθυπουργός. «Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων που αποτελεί μια μεγάλη τομή και μια μεγάλη επενδυτική ευκαιρία για τη χώρα μας και μια δυνατότητα σε Έλληνες φοιτητές από το να φεύγουν στο εξωτερικό να σπουδάσουν στην πατρίδα μας, δεν σημαίνει ότι αμελούμε τη φροντίδα την οποία δίνουμε στα δημόσια πανεπιστήμια. Και εγώ είμαι πολύ ικανοποιημένος για το γεγονός ότι τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, πια δείχνουν μια εντυπωσιακή εξωστρέφεια» προσέθεσε. «Το γεγονός ότι έρχονται μεγάλα πανεπιστήμια και επενδύουν στη χώρα μας, μόνο θετικό είναι και βέβαια, είναι ενδιαφέρον ότι και τα πανεπιστήμιά μας, τα δημόσια πανεπιστήμια, επεκτείνονται στο εξωτερικό» υπογράμμισε. Τράπεζες «Έχουμε κάνει σημαντικές παρεμβάσεις για τις προμήθειες, πράγματι υπήρχαν καταχρηστικές συμπεριφορές από τις τράπεζες, οι οποίες άπτονταν κυβερνητικής παρέμβασης. Εάν εξακολουθούμε να παρατηρούμε ότι συνεχίζονται τέτοιες συμπεριφορές να μην έχετε καμία αμφιβολία ότι δεν θα διστάσουμε να παρέμβουμε» δήλωσε ερωτηθείς για τα κέρδη των τραπεζών. Ο Πρωθυπουργός συμπλήρωσε πως «θέλουμε οι τράπεζες να είναι πιο ευνοϊκές σε αιτήματα χρηματοδότησης μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Θέλουμε οι τράπεζες να δίνουν περισσότερα στεγαστικά, να σπρώχνουν τον κόσμο περισσότερο σε αποταμιευτικά προϊόντα». Υπογράμμισε πως «η χώρα χρειάζεται σταθερό και ασφαλές τραπεζικό σύστημα και προτάσεις που είναι παντελώς ανυπόστατες και συγκρούονται ευθέως με το συμφωνημένο πλαίσιο της χώρας με την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση και προφανώς και με την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από την κυβέρνηση». Ακολούθησε το Protagon στο Google News Πρόσθεσε το Protagon ως προτιμώμενη πηγή στη Google TAGS: #90Η ΔΕΘ • #ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ • #ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
