Ο Σι επιστρέφει στις ΗΠΑ πολύ ισχυρότερος – Τι θα ζητήσει ο Πρόεδρος της Κίνας από τον Τραμπ

Ο Σι επιστρέφει στις ΗΠΑ πολύ ισχυρότερος – Τι θα ζητήσει ο Πρόεδρος της Κίνας από τον Τραμπ

Ο ηγέτης της Κίνας Σι Τζινπίνγκ επισκέπτεται την Ουάσιγκτον από τις 23 έως τις 25 Σεπτεμβρίου σε διαφορετική θέση – πολύ ισχυρότερη – από εκείνη που είχε κατά την προηγούμενη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, το 2017. Οι επίσημες συνομιλίες θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη. Το ισχυρό «χαρτί» και η «κόκκινη γραμμή» του Σι Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε μια τεχνολογική δύναμη και συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρος της τεχνητής νοημοσύνης, τα μικροκυκλώματα, τη ρομποτική και το διάστημα. Το εμπορικό της πλεόνασμα έφθασε πέρυσι τα 1,2 τρισ. δολάρια, ενώ η κυριαρχία της σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, ιδίως των σπάνιων γαιών, της δίνει διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στις ΗΠΑ. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Είναι ενδεικτικό πως η προηγούμενη εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών αποκλιμακώθηκε όταν η Κίνα απείλησε με αυστηρότερους ελέγχους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Τα συγκεκριμένα μέταλλα στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο «σπάνια», αλλά η εξόρυξη και η επεξεργασία τους είναι εξαιρετικά δαπανηρή και ρυπογόνα. Αναπτύσσοντας για δεκαετίες ένα διεθνές δίκτυο σπάνιων γαιών, η Κίνα απέκτησε τον έλεγχο ορυχείων σε μια σειρά από χώρες, αναπτύσσοντας παράλληλα και τις εγχώριες εξορύξεις, όταν η Δύση απαξίωνε τα συγκεκριμένα μέταλλα. Έτσι έφτασε να ελέγχει πάνω από το 60% της παγκόσμιας παραγωγής και άνω του 90% της παγκόσμιας επεξεργασίας. Με την εκτόξευση της τεχνολογίας, τα συγκεκριμένα μέταλλα απέκτησαν τεράστια αξία, καθώς αποτελούν το δομικό στοιχεία για τα περισσότερα τεχνολογικά προϊόντα από microchips, smartphones και υπολογιστές μέχρι κινητήρες αεροπλάνων, μπαταρίες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ανεμογεννήτριες, καθώς και σε οπλικά συστήματα. Ο Σι επισκέπτεται τις ΗΠΑ επιδιώκοντας την σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις, η οποία επιτρέπει στο Πεκίνο να συνεχίζει την ανάπτυξή του χωρίς περισπασμούς και εμπόδια, όπως ο περιορισμός πρόσβασης των κινεζικών επιχειρήσεων σε τεχνολογία και αγορές. Ωστόσο στην ατζέντα του Κινέζου ηγέτη υπάρχει «κυκλωμένο» και ένα θέμα που αποτελεί την «κόκκινη γραμμή» του Πεκίνου: Το ζήτημα της Ταϊβάν. Τι θα ζητήσει ο Σι από τον Τραμπ για την Ταϊβάν Ο πρόεδρος της Κίνας – εκμεταλλευόμενος κάθε διαπραγματευτικό «χαρτί» που διαθέτει – αναμένεται να πιέσει τον Ντόναλντ Τραμπ να σταματήσει τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, επικαλούμενος κοινή δήλωση του 1982. Σύμφωνα με πηγές που έχουν ενημερωθεί για το θέμα, το αίτημα αναμένεται να τεθεί κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον. Η Κίνα χαρακτηρίζει συστηματικά το ζήτημα της Ταϊβάν, την οποία θεωρεί έδαφός της, ως το πιο ευαίσθητο και σημαντικό θέμα της διπλωματίας της και έχει ζητήσει επανειλημμένα να σταματήσουν οι πωλήσεις όπλων στο νησί. Οι ΗΠΑ – βάσει παλαιότερου νόμου – υποχρεούνται να παρέχουν στη δημοκρατικά διοικούμενη Ταϊβάν τα μέσα για να αμύνεται, παρότι δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις μαζί της. Η συμφωνία του 1982 για την Ταϊβάν Τρεις πηγές με γνώση των προπαρασκευαστικών συζητήσεων ΗΠΑ – Κίνας ενόψει της επίσκεψης του Σι στην Ουάσιγκτον δήλωσαν στο Reuters ότι η Κίνα είναι πιθανό να θέσει την ερμηνεία της για το τρίτο από τα τρία «κοινά ανακοινωθέντα» των δύο χωρών, το οποίο υπογράφηκε το 1982. Σε αυτό, οι ΗΠΑ ανέφεραν ότι προτίθενται να μειώσουν σταδιακά τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν και ότι δεν επιδιώκουν τη μακροχρόνια πώληση οπλισμού στην Ταϊπέι. Ωστόσο, σε συνοδευτικό υπόμνημα, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν ανέφερε ότι η αμερικανική προθυμία για μείωση των πωλήσεων όπλων εξαρτάται «απολύτως από τη συνεχιζόμενη δέσμευση της Κίνας για ειρηνική επίλυση» των διαφορών της με την Ταϊβάν. Η Κίνα έχει αυξήσει σημαντικά τη στρατιωτική της δραστηριότητα γύρω από την Ταϊβάν τα τελευταία πέντε χρόνια, πραγματοποιώντας μεταξύ άλλων γυμνάσια με πραγματικές εκτοξεύσεις πυραύλων. Οι ένοπλες δυνάμεις της επιχειρούν γύρω από το νησί σχεδόν καθημερινά. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι η κυβέρνηση «αντιτίθεται αποφασιστικά» στις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν και ότι η τήρηση των τριών ανακοινωθέντων και των προηγούμενων αμερικανικών δεσμεύσεων για το ζήτημα αποτελεί «αναγκαία προϋπόθεση» για τη σταθερή και υγιή ανάπτυξη των διμερών σχέσεων. Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο Τραμπ έχει πει πως θα λάβει απόφαση για το νέο πακέτο πωλήσεων όπλων σχετικά σύντομα. Πρόσθεσε ότι, κατά την πρώτη θητεία του, ο Τραμπ ενέκρινε περισσότερες πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο στην ιστορία, ενώ κατά το πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του ενέκρινε περισσότερες από όσες είχαν εγκριθεί σε ολόκληρη την τετραετία του Τζο Μπάιντεν. Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν ανέφερε ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στις επαφές υψηλού επιπέδου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, διατηρώντας παράλληλα «στενή επικοινωνία» με την Ουάσιγκτον. Οι πηγές, που μίλησαν στο Reuters υπό τον όρο της ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας του θέματος, ανέφεραν ότι η Κίνα έχει ζητήσει επίσης από τις ΗΠΑ να σταματήσουν τις παραδόσεις όπλων που έχει ήδη παραγγείλει η Ταϊβάν. Το αντάλλαγμα που προσφέρει ο Σι στον Τραμπ Ο Σι θα μπορούσε «να τονίσει στον Τραμπ ότι η Ταϊβάν είναι αυτή που προκαλεί και η μοναδική πηγή αστάθειας στις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας, καθώς και ότι αυτή είναι που αλλάζει το υφιστάμενο καθεστώς», δήλωσε μία από τις πηγές. Σε αντάλλαγμα, η Κίνα θα προσφέρει βοήθεια για την άσκηση πίεσης στο Ιράν σχετικά με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, πρόσθεσαν οι πηγές. Οι ΗΠΑ ακολουθούν την «πολιτική της μίας Κίνας»: επισήμως δεν παίρνουν θέση για την κυριαρχία επί της Ταϊβάν και αναγνωρίζουν ότι το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της Κίνας, χωρίς να υιοθετούν αυτή τη θέση. Υπενθυμίζεται πως τον Δεκέμβριο, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε πακέτο πωλήσεων όπλων ύψους 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν, το μεγαλύτερο που έχει εγκριθεί ποτέ. Ωστόσο, ένα δεύτερο πακέτο, αξίας περίπου 14 δισ. δολαρίων, έχει παραμείνει σε αναμονή επί μήνες. Μετά τη συνάντησή του με τον Σι στο Πεκίνο τον Μάιο, ο Τραμπ δήλωσε ότι κρατούσε το πακέτο σε εκκρεμότητα και το χαρακτήρισε «πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί».