Η Ευρώπη καταδικάζει τους Ταλιμπάν για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά την ίδια στιγμή διαπραγματεύεται μαζί τους για την επιστροφή Αφγανών μεταναστών. Ο φόβος για το μεταναστευτικό και η πολιτική πίεση που ασκείται στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δίνουν στην Καμπούλ ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί. Στο παρασκήνιο βρίσκονται συζητήσεις για απελάσεις, διπλωματικές παραχωρήσεις και οικονομική βοήθεια, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις χώρες που συμμετείχαν στις συνομιλίες των Βρυξελλών. Ένα ιδιότυπο διπλωματικό παιχνίδι βρίσκεται σε εξέλιξη ανάμεσα στην Ευρώπη και τους Ταλιμπάν, με επίκεντρο το μεταναστευτικό. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που επί χρόνια απέφευγαν κάθε επίσημη επαφή με το καθεστώς του Αφγανιστάν εξαιτίας της σκληρής καταστολής των γυναικών και των κοριτσιών, αναζητούν πλέον τη συνεργασία του για να αυξήσουν τις απελάσεις Αφγανών πολιτών. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Η αλλαγή αυτή δημιουργεί μια σημαντική αντίφαση στην ευρωπαϊκή πολιτική. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να καταδικάζουν τους περιορισμούς και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν. Από την άλλη, η ανάγκη να εμφανιστούν πιο αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης τις οδηγεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την ίδια ηγεσία που μέχρι πρόσφατα απέφευγαν. Οι Ταλιμπάν, πέντε χρόνια μετά την επιστροφή τους στην εξουσία, επιχειρούν να μετατρέψουν αυτή την ευρωπαϊκή ανάγκη σε πολιτικό και διπλωματικό όφελος. Η συνάντηση στις Βρυξέλλες που έσπασε ένα ευρωπαϊκό ταμπού Στις 23 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες μια συνάντηση με ιδιαίτερη διπλωματική βαρύτητα. Περισσότεροι από 20 Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συναντήθηκαν με πέντε εκπροσώπους των Ταλιμπάν, ανοίγοντας έναν απευθείας δίαυλο επικοινωνίας επί ευρωπαϊκού εδάφους. Στις συνομιλίες εκπροσωπήθηκαν 15 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Αυστρία, η Πολωνία και η Νορβηγία. Η συνάντηση, την οποία συνδιοργάνωσαν η Σουηδία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επικεντρώθηκε στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται ευκολότερα οι επιστροφές Αφγανών πολιτών. Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο ήταν ότι, σύμφωνα με συμμετέχοντες και αξιωματούχους που ενημερώθηκαν για τις συνομιλίες, η ευρωπαϊκή πλευρά δεν έθεσε το ζήτημα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους Ταλιμπάν. Η αποκάλυψη βασίζεται σε πληροφορίες του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών και μαρτυρίες επτά διπλωματών και δύο Αφγανών κυβερνητικών αξιωματούχων, οι οποίοι μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας των διαπραγματεύσεων. Οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι οι επαφές έχουν αποκλειστικά τεχνικό χαρακτήρα και αφορούν κυρίως την απομάκρυνση ανθρώπων που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα ή θεωρούνται απειλή για την ασφάλεια. Ωστόσο, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, προειδοποιώντας ότι όσοι επιστρέφουν στο Αφγανιστάν ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρούς κινδύνους. Η Φερέστα Αμπάσι, ερευνήτρια του Human Rights Watch για το Αφγανιστάν, επισημαίνει την αντίφαση ανάμεσα στην καταδίκη της συστηματικής καταστολής από τους Ταλιμπάν και στη συνεργασία μαζί τους για την επιστροφή Αφγανών στο περιβάλλον όπου καταγράφονται αυτές οι παραβιάσεις. Τι ζητούν οι Ταλιμπάν ως αντάλλαγμα Για την ηγεσία της Καμπούλ, οι συνομιλίες για τις απελάσεις δεν αποτελούν απλώς μια διαδικασία διαχείρισης μεταναστευτικών ροών. Αντίθετα, αντιμετωπίζονται ως ευκαιρία να σπάσει σταδιακά η διεθνής απομόνωση του καθεστώτος και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ευρύτερης αναγνώρισης. Μέχρι σήμερα, η Ρωσία είναι η μοναδική χώρα που έχει αναγνωρίσει επίσημα την κυβέρνηση των Ταλιμπάν. Η αφγανική πλευρά ζητά μεγαλύτερη πρόσβαση στις διπλωματικές αποστολές της χώρας στην Ευρώπη, χρηματοδότηση για την επανένταξη όσων απελαύνονται και ευρύτερη οικονομική υποστήριξη. Το τελευταίο αίτημα αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες μέχρι τώρα έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Η παροχή αναπτυξιακής βοήθειας θα μπορούσε να καταλήξει στην οικονομική ενίσχυση της κυβέρνησης των Ταλιμπάν, ενδυναμώνοντας την εξουσία της και ενδεχομένως ωφελώντας αξιωματούχους που βρίσκονται υπό διεθνείς κυρώσεις. Ο Κόνραντ Σέτερ, διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Συγκρούσεων της Βόννης, εκτιμά ότι οι Ταλιμπάν έχουν αποκτήσει ουσιαστική διαπραγματευτική ισχύ, καθώς η πίεση που δέχονται οι ευρωπαϊκές χώρες για τις απελάσεις περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών τους. Η Γερμανία ανοίγει τον δρόμο – Οι απελάσεις και η πίεση της AfD Η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της αλλαγής πολιτικής. Η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς επιχειρεί να υλοποιήσει τη δέσμευσή της για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην απέλαση μεταναστών με ποινικές καταδίκες. Η πίεση ενισχύεται από την άνοδο της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), η οποία προηγείται στις εθνικές δημοσκοπήσεις και έχει υποσχεθεί μαζικές απελάσεις εκατομμυρίων μεταναστών. Στα τέλη του περασμένου έτους, Γερμανοί αξιωματούχοι κατέληξαν σε συμφωνία με την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, ώστε οι απελάσεις Αφγανών που βρίσκονται παράτυπα στη χώρα να πραγματοποιούνται απευθείας προς το Αφγανιστάν, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων χωρών. Τον Φεβρουάριο, ναυλωμένη πτήση με 20 Αφγανούς άνδρες, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί από γερμανικά δικαστήρια, αναχώρησε από τη Λειψία με προορισμό την Καμπούλ. Ήταν η πρώτη απέλαση που πραγματοποιήθηκε βάσει της νέας συμφωνίας. Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, παρουσίασε τη συμφωνία ως τη βάση για την καθιέρωση απευθείας και σταθερών επιστροφών προς το Αφγανιστάν. Σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών, από τον Μάιο του περασμένου έτους έχουν απελαθεί 263 Αφγανοί. Πλέον, οι γερμανικές αρχές επιχειρούν να επιταχύνουν τη διαδικασία, ενώ έχουν αρχίσει να απελαύνονται και Αφγανοί άνδρες χωρίς ποινικό μητρώο. Στη Γερμανία ζουν περισσότεροι από 500.000 Αφγανοί, στη συντριπτική τους πλειονότητα νόμιμα, ενώ οι Αφγανοί αντιπροσωπεύουν το 20% των αιτούντων άσυλο. Οι γυναίκες εξακολουθούν να προστατεύονται σε μεγάλο βαθμό από τις απελάσεις. Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, σχεδόν το 95% των Αφγανών γυναικών που υπέβαλαν αίτημα ασύλου στη Γερμανία κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους έλαβε καθεστώς προστασίας. Οι Ταλιμπάν επιστρέφουν στις αφγανικές πρεσβείες της Ευρώπης Η συνεργασία με το Βερολίνο έχει ήδη προσφέρει στους Ταλιμπάν ένα σημαντικό διπλωματικό άνοιγμα. Γερμανικές αρχές έχουν επιτρέψει σε εκπροσώπους τους να δραστηριοποιούνται στις αφγανικές διπλωματικές αποστολές στο Βερολίνο και στη Βόννη, προκειμένου να διευκολύνουν τη διαδικασία των απελάσεων. Μάλιστα, τρεις επιπλέον αξιωματούχοι των Ταλιμπάν στάλθηκαν στη Γερμανία για αποστολή διάρκειας ενός μήνα, με αντικείμενο την επεξεργασία των σχετικών διαδικασιών. Γερμανοί αξιωματούχοι περιγράφουν αυτή την εξέλιξη ως μια μορφή ουσιαστικής αναγνώρισης των Ταλιμπάν ως νόμιμης κυβέρνησης του Αφγανιστάν. Παρόμοια κατεύθυνση εξετάζει πλέον και η Γαλλία, η οποία μέχρι πρόσφατα συγκαταλεγόταν στις πιο επιφυλακτικές ευρωπαϊκές χώρες απέναντι στην απευθείας συνεργασία με την Καμπούλ. Σύμφωνα με διπλωμάτες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, το Παρίσι εξετάζει το ενδεχόμενο να επιτρέψει ανάλογη παρουσία αξιωματούχων των Ταλιμπάν στην αφγανική διπλωματική αποστολή. Ο εκπρόσωπος του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών, Πασκάλ Κονφαβρέ, διευκρίνισε ότι οι συζητήσεις αποσκοπούν στη διευκόλυνση της απομάκρυνσης Αφγανών που βρίσκονται παράνομα στη Γαλλία και θεωρούνται κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Την ίδια ώρα, η Βρετανία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ Βρετανοί αξιωματούχοι πραγματοποιούν τακτικές επισκέψεις στην Καμπούλ. Και άλλες ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν το ενδεχόμενο απευθείας συμφωνιών με τους Ταλιμπάν. Το παρασκήνιο των Βρυξελλών και το διπλωματικό μπρα ντε φερ Η συνάντηση της 23ης Ιουνίου στις Βρυξέλλες πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες αυξημένης διακριτικότητας, μετά τις αντιδράσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και Ευρωπαίων πολιτικών. Οι πέντε εκπρόσωποι των Ταλιμπάν έφτασαν αεροπορικώς από την Κωνσταντινούπολη και μεταφέρθηκαν με μαύρα οχήματα, συνοδεία Βέλγων αστυνομικών με πολιτικά, σε ξενοδοχείο Novotel κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο. Η τοποθεσία της συνάντησης κρατήθηκε μυστική μέχρι λίγες ώρες πριν από την έναρξή της. Επικεφαλής της αφγανικής αντιπροσωπείας ήταν ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Αμπντούλ Καχάρ Μπάλχι, συνοδευόμενος από τέσσερις αξιωματούχους των υπουργείων Εξωτερικών και Εσωτερικών. Μετά την κοινή συνάντηση, η αφγανική αντιπροσωπεία πραγματοποίησε διμερείς συνομιλίες με τουλάχιστον τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Σουηδία. Η εκπρόσωπος της Σουηδής υπουργού Μετανάστευσης, Αναστασία Σόφλα, ανέφερε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες συνεργάζονται με την κυβέρνηση των Ταλιμπάν για την απέλαση 200 Αφγανών πολιτών που έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα στη Σουηδία, επιμένοντας ότι η συνεργασία περιορίζεται σε τεχνικό επίπεδο. Πάντως, η καχυποψία μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει έντονη. Οι εκπρόσωποι των Ταλιμπάν θεώρησαν προσβλητική τη μεγάλη καθυστέρηση των βελγικών αρχών στην έκδοση της βίζας τους και, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο γεύμα με τους Ευρωπαίους διπλωμάτες. Επειδή οι θεωρήσεις εισόδου είχαν ισχύ μόλις μίας ημέρας, η αφγανική αντιπροσωπεία αναχώρησε το ίδιο απόγευμα, έχοντας προηγουμένως συνομιλήσει με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους για λίγο περισσότερο από πέντε ώρες. Το μεταναστευτικό ως μοχλός πίεσης προς την Ευρώπη Οι Ταλιμπάν επιχειρούν να αξιοποιήσουν και την κατάσταση της αφγανικής οικονομίας ως επιχείρημα για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή βοήθεια. Ο Σουχάιλ Σαχίν, πρεσβευτής των Ταλιμπάν στο Κατάρ, αναφέρει ότι στις επαφές του με Ευρωπαίους διπλωμάτες ζητά μεγαλύτερο άνοιγμα προς την κυβέρνηση της Καμπούλ και οικονομική ενίσχυση του Αφγανιστάν. Το επιχείρημά του είναι ότι, εάν η ανεργία και η οικονομική κρίση συνεχιστούν, ολοένα περισσότεροι Αφγανοί θα κατευθυνθούν προς την Ευρώπη. Πρόκειται για μια προειδοποίηση που αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια περίοδο κατά την οποία η μετανάστευση βρίσκεται ψηλά στην πολιτική ατζέντα πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Στο μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν διαφορετική πρακτική. Έχουν απελάσει Αφγανούς υπηκόους προς τρίτες χώρες και έχουν ασκήσει πιέσεις σε ορισμένους Αφγανούς που παραμένουν σε πρώην αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση στο Κατάρ να επιστρέψουν οικειοθελώς στην πατρίδα τους. Ωστόσο, δεν έχουν προχωρήσει δημόσια σε απευθείας απελάσεις προς το Αφγανιστάν. Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις απελάσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα Η συζήτηση για το εύρος της ευρωπαϊκής συνεργασίας με τους Ταλιμπάν δεν περιορίζεται στις κυβερνήσεις. Ορισμένες σημαντικές ανθρωπιστικές οργανώσεις και ειδικοί υποστηρίζουν ότι η μεγαλύτερη διπλωματική παρουσία στο Αφγανιστάν θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των αναγκών του πληθυσμού. Ο Γιαν Έγκελαντ, γενικός γραμματέας του Νορβηγικού Συμβουλίου Προσφύγων, έχει ζητήσει από τις κυβερνήσεις να επαναφέρουν τους διπλωμάτες τους στο Αφγανιστάν. Αντίστοιχα, η Νορβηγική Επιτροπή για το Αφγανιστάν υποστηρίζει την επέκταση της βοήθειας προς τους πολίτες και τους θεσμούς της χώρας. Στη Νορβηγία, που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διπλωμάτες των Ταλιμπάν δραστηριοποιούνται διακριτικά εδώ και χρόνια. Τόσο στο Όσλο όσο και στο Βερολίνο, οι αφγανικές διπλωματικές αποστολές αποφεύγουν προς το παρόν τα εμφανή σύμβολα του καθεστώτος. Δεν κυματίζει η σημαία των Ταλιμπάν και δεν υπάρχουν πινακίδες με την επίσημη ονομασία «Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν». Πίσω όμως από αυτές τις προσεκτικές κινήσεις διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα. Όσο αυξάνεται η πολιτική πίεση για περισσότερες απελάσεις, τόσο ενισχύεται η θέση των Ταλιμπάν ως αναγκαίων συνομιλητών των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ευρωπαίος διπλωμάτης εκτιμά ότι οι κυβερνήσεις βρίσκονται ήδη σε πορεία περαιτέρω παραχωρήσεων προς το καθεστώς της Καμπούλ. Το βασικό ερώτημα είναι πλέον πόσο μακριά θα φτάσουν αυτές οι παραχωρήσεις. Γιατί, ενώ η Ευρώπη επιδιώκει να στείλει πίσω περισσότερους Αφγανούς, οι Ταλιμπάν φαίνεται να βρίσκουν μέσα από τις ίδιες τις απελάσεις έναν δρόμο για να επιστρέψουν σταδιακά στη διεθνή διπλωματική σκηνή.
