Σφοδρές πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις προκαλεί στη Βρετανία το σχέδιο της κυβέρνησης των Εργατικών για την πρόωρη αποφυλάκιση κρατουμένων, καθώς σύμφωνα με υπολογισμούς περισσότεροι από 9.000 καταδικασμένοι για υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας ενδέχεται να αποφυλακιστούν έως το τέλος της κοινοβουλευτικής θητείας, το 2029. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Daily Mail, περίπου 3.000 δράστες ενδοοικογενειακής βίας θα μπορούν να αποφυλακίζονται κάθε χρόνο πριν εκτίσουν ολόκληρη την ποινή τους, στο πλαίσιο του κυβερνητικού σχεδίου για την αποσυμφόρηση των υπερπλήρων φυλακών. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Το πρόγραμμα, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή τον Οκτώβριο, προβλέπει ότι κρατούμενοι που μέχρι σήμερα αποφυλακίζονταν αφού εξέτιαν τα δύο τρίτα της ποινής τους, θα μπορούν πλέον να απολύονται υπό όρους μετά την έκτιση του μισού της ποινής τους. Για λιγότερο σοβαρά αδικήματα, το όριο μειώνεται ακόμη περισσότερο, καθώς προβλέπεται αποφυλάκιση μετά την έκτιση του ενός τρίτου της ποινής. Η κυβέρνηση έχει εξαιρέσει από το μέτρο τους καταδικασμένους για βιασμούς και τους πλέον επικίνδυνους δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων. Ωστόσο, η ένταξη καταδικασμένων για ενδοοικογενειακή βία στο πρόγραμμα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις θυμάτων, βουλευτές ακόμη και του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, αλλά και την αντιπολίτευση. Παράλληλα, βουλευτές των Εργατικών εξέφρασαν φόβους ότι η πρόωρη αποφυλάκιση δραστών θα εντείνει την ανασφάλεια των θυμάτων, ειδικά σε περιπτώσεις όπου δεν έχει προηγηθεί ουσιαστική αποκατάσταση ή θεραπευτική παρέμβαση κατά τη διάρκεια της κράτησης. Το Λονδίνο υποστηρίζει ότι όσοι αποφυλακίζονται πρόωρα θα παραμένουν υπό αυστηρή επιτήρηση, φορώντας ηλεκτρονικό βραχιολάκι εντοπισμού, ενώ θα ισχύουν περιορισμοί στις μετακινήσεις τους και ζώνες αποκλεισμού, ώστε να αποτρέπεται η προσέγγιση των θυμάτων. Παρά τα μέτρα αυτά, επικριτές της μεταρρύθμισης προειδοποιούν ότι η πρόωρη αποφυλάκιση χιλιάδων καταδικασμένων για ενδοοικογενειακή βία ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο επανάληψης επιθέσεων, χαρακτηρίζοντας την ασφάλεια των θυμάτων ύψιστη προτεραιότητα που δεν μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού των φυλακών.
