Το λυκόφως του ΝΑΤΟ – Σε αποκλίνουσες τροχιές κινούνται πλέον οι ΗΠΑ και η Ευρώπη

Το λυκόφως του ΝΑΤΟ – Σε αποκλίνουσες τροχιές κινούνται πλέον οι ΗΠΑ και η Ευρώπη

Καθώς οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν τις διπλωματικές συνέπειες της έντασης με την κυβέρνηση Τραμπ, στον απόηχο της στάσης τους απέναντι στο Ιράν, ο αμερικανικός στρατός στην Ευρώπη συνεχίζει κανονικά τον επιχειρησιακό και εκπαιδευτικό του σχεδιασμό στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ. Ειδικότερα, όπως μεταδίδει το Reuters , η επόμενη φάση των δραστηριοτήτων, γνωστή ως άσκηση Sword 26, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ετήσια εκπαιδευτικά προγράμματα των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Σε αυτή συμμετέχουν πάνω από 15.000 στελέχη του ΝΑΤΟ, εκ των οποίων περισσότεροι από το ένα τρίτο είναι Αμερικανοί στρατιώτες. Το εύρος των επιχειρησιακών σεναρίων είναι ιδιαίτερα μεγάλο, καθώς περιλαμβάνει από ασκήσεις κυβερνοπολέμου έως επιθέσεις τεθωρακισμένων και πεζικού. Οι δραστηριότητες εκτείνονται γεωγραφικά από τη σκανδιναβική περιοχή μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, καλύπτοντας ένα κρίσιμο τόξο ασφαλείας για τη Συμμαχία. Ανησυχία στην Ευρώπη για «τιμωρητική» στάση του Τραμπ Την ίδια ώρα, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επανεξετάζουν τη σχέση εμπιστοσύνης με την Ουάσιγκτον, καθώς διαρροές και εσωτερικές ενημερώσεις από την κυβέρνηση Τραμπ δημιουργούν ανησυχίες για πιθανή «τιμωρητική» στάση απέναντι σε συμμάχους που θεωρούνται μη επαρκώς ευθυγραμμισμένοι. Οι εξελίξεις αυτές έχουν εντείνει τον προβληματισμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με το κλίμα να γίνεται ολοένα και πιο επιφυλακτικό ως προς τη σταθερότητα της διατλαντικής σχέσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς σχολίασε τις προηγούμενες ημέρες ότι η Ουάσιγκτον έχει «ταπεινωθεί» από την αποτυχία της να επιβάλει τους στόχους της έναντι του Ιράν, σημειώνοντας ότι η αμερικανική κυβέρνηση εισήλθε στη σύγκρουση χωρίς σαφές σχέδιο και πλέον δεν είναι σε θέση να ξεμπλέξει. Την Τετάρτη, ο Τραμπ δημοσίευσε ότι η Ουάσιγκτον «μελετά και εξετάζει» τη μείωση του στρατιωτικού της αποσπάσματος στη Γερμανία – αν και αρχικά δεν ήταν σαφές αν αυτές οι δυνάμεις θα επιστρέψουν στις ΗΠΑ ή θα μεταφερθούν στην Ανατολική Ευρώπη. «Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ παραμένουν πιστές στο ΝΑΤΟ» Ευρωπαίοι γνώστες της κατάστασης περιγράφουν μια ολοένα και πιο απρόβλεπτη – και σε ορισμένες περιπτώσεις «σχιζοφρενική», όπως τη χαρακτηρίζουν – δυναμική στις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης. Από τη μία πλευρά, αξιωματικοί της Αμερικανικής Διοίκησης Ευρώπης εμφανίζονται να διαβεβαιώνουν για τη σταθερή δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και τη στρατιωτική συνεργασία με τους συμμάχους. Από την άλλη, πολιτικές δηλώσεις από τον Λευκό Οίκο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο συχνά κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση, εντείνοντας τη σύγχυση. Την περασμένη εβδομάδα, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, μιλώντας στους Financial Times, έθεσε ευθέως το ζήτημα της αξιοπιστίας της Ουάσιγκτον, σημειώνοντας ότι το «μεγαλύτερο και σημαντικότερο ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να είναι τόσο πιστές όσο περιγράφεται στις (ΝΑΤΟ) συνθήκες μας. Το ερώτημα είναι αν το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να είναι ένας οργανισμός έτοιμος, πολιτικά και υλικοτεχνικά, να αντιδράσει – για παράδειγμα, εναντίον της Ρωσίας αν προσπαθήσει να επιτεθεί». Αυτός ο κίνδυνος, είπε, θα μπορούσε να εμφανιστεί μέσα σε «μήνες και όχι χρόνια». Αν και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η άμεση απειλή αφορά κυρίως δολιοφθορές, κυβερνοεπιθέσεις, υπονόμευση και εισβολές με drones, λίγοι αποκλείουν ένα σενάριο άμεσης ρωσικής επιθετικότητας. Ιδιαίτερα σε περίπτωση που οι μάχες στην Ουκρανία τερματιστούν, εκτιμάται ότι η Μόσχα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί πιθανές αδυναμίες ή ρωγμές στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Το χάσμα ρητορικής μεταξύ στρατού και πολιτικής ηγεσίας των ΗΠΑ Περιγράφοντας τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε μεγάλες ασκήσεις του ΝΑΤΟ, οι Αμερικανοί αξιωματικοί τείνουν να τονίζουν τον ρόλο τους στην ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων – αλλά το χάσμα μεταξύ της «μετρημένης» γλώσσας τους και αυτής που προέρχεται από την κυβέρνηση γίνεται όλο και πιο ενοχλητικό. Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης μάλιστα έκανε λόγο για σχεδόν «μηδενιστική» προσέγγιση του Λευκού Οίκου, ειδικά μετά τις επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με την ίδια οπτική, οι ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζονται από την Ουάσιγκτον ως σύμμαχοι που δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους προς τις ΗΠΑ, ακόμη και όταν δεν είχαν ενημερωθεί ή συμμετάσχει στις επιχειρήσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, ευρωπαϊκά κράτη φέρονται να αρνήθηκαν πρόσβαση σε εναέριο χώρο και στρατιωτικές βάσεις για αμερικανικές επιχειρήσεις. Ερωτήματα για το μέλλον του ΝΑΤΟ Όταν ρωτήθηκε από το Reuters στις αρχές Απριλίου αν σκεφτόταν να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ, ο Τραμπ απάντησε: «Εσείς δεν θα το κάνατε, αν ήσασταν στη θέση μου;». Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, μέχρι πρόσφατα φανερός υποστηρικτής του ΝΑΤΟ, είναι πλέον και αυτός σκληρός επικριτής. Παρά τις πολιτικές εντάσεις, αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να επιχειρούν κανονικά στην Ευρώπη. Μεταξύ αυτών, πάνω από 12 κύρια άρματα μάχης M1A1 στην Εσθονία, καθώς και μεγαλύτερες μονάδες σε Πολωνία, Γερμανία και Ρουμανία. Ωστόσο, οι ευρωπαίοι εταίροι πλέον αναρωτιούνται ανοιχτά πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα στις ΗΠΑ φαίνεται να βαραίνει όλο και περισσότερο τη στρατιωτική συνεργασία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Πίεση για όπλα, καθυστερήσεις παραδόσεων και ευρωπαϊκές αμυντικές αδυναμίες Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ ακολουθεί μια στρατηγική «ανταμοιβής» προς τις ευρωπαϊκές χώρες που θεωρεί ότι ενισχύουν επαρκώς την άμυνά τους από μόνες τους, με ιδιαίτερη αναφορά σε κράτη όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία. Οι συνεργάτες του Τραμπ έχουν επίσης ασκήσει έντονη πίεση στους συμμάχους να αγοράσουν αμερικανικό οπλισμό, τόσο για την Ουκρανία όσο και για τις ίδιες τις χώρες τους. Ωστόσο, η αυξημένη κατανάλωση πυραύλων από τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει σημαντικές καθυστερήσεις στις παραδόσεις οπλικών συστημάτων που έχουν ήδη πληρωθεί από ευρωπαϊκές χώρες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αντιαρματικοί πύραυλοι τύπου Javelin και συστήματα μακράς εμβέλειας HIMARS, τα οποία καθυστερούν να παραδοθούν ακόμη και για μήνες ή σε ορισμένες περιπτώσεις για χρόνια, όπως συμβαίνει με την Εσθονία. «Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι ΗΠΑ εμπλέκονται επί του παρόντος σε μια σύγκρουση και προσπαθούν να εφοδιαστούν και να διασφαλίσουν ότι θα είναι προετοιμασμένες σε περίπτωση που ο πόλεμος αυτός διαρκέσει περισσότερο», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας της Εσθονίας, Χάνο Πέβκουρ. «Από την άλλη πλευρά, δεν είναι προς το συμφέρον τους να βλάψουν τις συμμαχικές σχέσεις ούτε να χάσουν (υπονομεύσουν) την εμπιστοσύνη στην αμυντική τους βιομηχανία, ώστε να μην αγοράζει κανείς από αυτούς στο μέλλον». Η Ευρώπη θέλει απεξάρτηση αλλά παραμένει εξαρτημένη – Οι εσωτερικές διαφωνίες Παρά τις πολιτικές διακηρύξεις για μεγαλύτερη αμυντική αυτονομία, η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από αμερικανικά οπλικά συστήματα. Ενδεικτικά, η γερμανική αμυντική βιομηχανία Rheinmetall ανακοίνωσε πρόσφατα ότι η παραγωγή πυρομαχικών έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο βλήματα ετησίως, επίπεδο που υπερβαίνει σημαντικά την αντίστοιχη αμερικανική παραγωγή. Παρά την αύξηση της παραγωγής, παραμένουν έντονες διαφωνίες εντός Ευρώπης για το μοντέλο άμυνας που πρέπει να ακολουθηθεί. Η συζήτηση επικεντρώνεται στο αν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε βαρέα οπλικά συστήματα ή σε πιο ευέλικτες λύσεις υψηλής τεχνολογίας, όπως επιτήρηση και drones που αναπτύσσονται από μικρότερες εταιρείες. Η χρήση drones στον πόλεμο στην Ουκρανία έχει ήδη αλλάξει τις ισορροπίες στο πεδίο της μάχης, μειώνοντας τη σημασία των βαρέων τεθωρακισμένων, ωστόσο οι διαφωνίες για τη στρατηγική κατεύθυνση παραμένουν έντονες. Αντιδράσεις προκάλεσαν και πρόσφατες δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Rheinmetall, Άρμιν Πάπαγκερ, ο οποίος χαρακτήρισε μέρος της παραγωγής της εταιρείας ως αποτέλεσμα εργασίας από «νοικοκυρές», σχόλιο που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Πέρα από τα εξοπλιστικά, κρίσιμο ζήτημα παραμένει και ο συντονισμός των προμηθειών. Οι ευρωπαϊκές χώρες παραδοσιακά λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, γεγονός που δυσχεραίνει τη δημιουργία ενιαίας αμυντικής στρατηγικής. Ο Επίτροπος Άμυνας της ΕΕ, ο Λιθουανός Andrius Kubilius, πρότεινε μάλιστα τη συμμετοχή χωρών εκτός ΕΕ, όπως η Ουκρανία, η Νορβηγία και η Βρετανία, σε ένα κοινό αμυντικό-βιομηχανικό σύμφωνο. Ωστόσο, η συνολική ευθυγράμμιση παραμένει αποσπασματική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ενιαίο αμυντικό σκέλος, ενώ η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της ηπείρου, η Βρετανία, δεν είναι μέλος της ΕΕ. Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να συζητούν πιθανές αποστολές στρατιωτικών δυνάμεων, είτε σε θαλάσσιες αποστολές στον Κόλπο είτε ως ειρηνευτικές αποστολές στην Ουκρανία, εφόσον υπάρξει αποκλιμάκωση. Την ίδια στιγμή, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ανακοινώσει ότι θα ηγηθεί νέας ναυτικής δύναμης που θα περιπολεί στον Αρκτικό Ωκεανό και τον Ατλαντικό, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της παρουσίας του στη διεθνή ασφάλεια. Αυτό σημαίνει ότι οι ήδη περιορισμένοι πόροι θα κατανεμηθούν σε πολύ μεγαλύτερο εύρος, και η εξάρτηση από την αμερικανική στρατιωτική υλικοτεχνική υποστήριξη, τις υπηρεσίες πληροφοριών και, σε περίπτωση κρίσης, τη στρατιωτική ισχύ δεν θα μειωθεί, τουλάχιστον προς το παρόν. Ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης, μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας, τόνισε χαρακτηριστικά ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να «μην αντιλαμβάνεται την αίσθηση του επείγοντος που απαιτεί η συγκυρία». Οι αμερικανικές ασκήσεις και το νέο δόγμα επιχειρήσεων Αμερικανοί αξιωματούχοι στην Ευρώπη επισημαίνουν ότι οι τρέχουσες στρατιωτικές ασκήσεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ έχουν πλέον σαφή στόχο: την ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη ασφαλών ψηφιακών δικτύων και η διεξαγωγή σύνθετων πολυδιάστατων επιχειρήσεων, που συνδυάζουν μαχητικά αεροσκάφη, ειδικές δυνάμεις, drones και πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική φαίνεται να έχει ο διοικητής του αμερικανικού στρατού στην Ευρώπη, υποστράτηγος Κρις Ντόναχιου, ο οποίος υποστηρίζει ένθερμα την αξιοποίηση υψηλής τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης για μαζική στόχευση στο πεδίο της μάχης. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή παραμένει έντονα αμερικανοκεντρική και δεν αντανακλά πλήρως τις ευρωπαϊκές στρατηγικές προτεραιότητες. Χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη – όπως αναγνωρίζουν αξιωματούχοι – έχει περιορισμένη ικανότητα να διεξάγει τόσο σύνθετες επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας. Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως η Πολωνία υπογραμμίζουν ότι η μαζική κινητοποίηση βιομηχανίας και κοινωνίας αποτελεί βασικό στοιχείο αποτροπής απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν. Εντός του Πενταγώνου είχε διαμορφωθεί η άποψη ότι η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη θα μπορούσε να λειτουργεί και ως εφεδρεία για πιθανές κρίσεις στη Μέση Ανατολή, με τη διατήρηση αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων σε ετοιμότητα. Ωστόσο, η άρνηση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών – μεταξύ των οποίων και η Ισπανία – να επιτρέψουν τη χρήση βάσεων για επιχειρήσεις που σχετίζονται με το Ιράν, έχει περιορίσει αυτή τη στρατηγική ευελιξία. Αμφιλεγόμενα σενάρια στο Πεντάγωνο Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Reuters, σε εσωτερικό υπόμνημα του τρίτου στην ιεραρχία του Πενταγώνου, Έλμπριτζ Κόλμπι, γινόταν αναφορά ακόμη και σε ακραία σενάρια, όπως η πιθανότητα αποβολής της Ισπανίας από το ΝΑΤΟ, αλλά και επανεξέταση της αμερικανικής στάσης απέναντι στη βρετανική κυριαρχία στα Νησιά Φώκλαντ, τα οποία διεκδικεί η Αργεντινή. Αμερικανός αξιωματούχος εξήγησε ότι ο στόχος του εγγράφου ήταν να περιοριστεί η «αίσθηση δικαιώματος» που, κατά την Ουάσιγκτον, έχουν αναπτύξει ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες λόγω της μακροχρόνιας αμερικανικής στρατιωτικής προστασίας. Το αν θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα είναι ένα άλλο ζήτημα. Ορισμένοι διπλωμάτες αναφέρουν ότι, αντιμέτωποι με την απρόβλεπτη και ασταθή συμπεριφορά του Τραμπ, η οποία δεν συμβάλλει καθόλου στην προώθηση της ανάπτυξης μιας συμφωνημένης μακροπρόθεσμης στρατηγικής, τα ευρωπαϊκά κράτη και ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε ασχολούνται κυρίως με την αποφυγή δημόσιων διαμαχών. Η κυβέρνηση Τραμπ ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενη να προκαλέσει ακριβώς τα σοκ που χρειαζόταν η Ευρώπη για να βάλει τάξη στα εσωτερικά της. Αντ’ αυτού, κινδυνεύει να δημιουργήσει μια μόνιμη αίσθηση κρίσης που απλώς αποσπά την προσοχή των Ευρωπαίων ηγετών από αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνουν για να αποτρέψουν τη ρωσική επιθετικότητα. Η επόμενη μεγάλη αντιπαράθεση με τη Μόσχα μπορεί να προκύψει μέσα σε λίγους μήνες ή σε αρκετά χρόνια. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για τη στάση των επόμενων αμερικανικών κυβερνήσεων – είτε πιο φιλικών είτε πιο αποστασιοποιημένων – εντείνει ακόμη περισσότερο τον ευρωπαϊκό προβληματισμό για το μέλλον της ασφάλειας στη Γηραιά Ήπειρο.