Αναθεώρηση της Μεταναστευτικής Πολιτικής στην Ελλάδα
Ο υπουργός Μετανάστευσης, Μάκης Βορίδης, κατά τη διάρκεια του 11ου Συνεδρίου για την Ανάπτυξη της Ελληνικής Γεωργίας, απέρριψε τη λογική της μαζικής νομιμοποίησης των παράνομα εισερχομένων μεταναστών με το επιχείρημα ότι καλύπτεται η ανάγκη για εργατικά χέρια. Υπογράμμισε ότι η ιδέα πως η αγορά εργασίας μπορεί να ρυθμίσει τις μεταναστευτικές ροές είναι λανθασμένη και τόνισε την αποτυχία της πολιτικής που ακολουθήθηκε στο παρελθόν.
«Η προσέγγιση του “αφού έρχονται, ας τους νομιμοποιούμε” ισοδυναμεί με μια πολιτική που λέει “ανοίξαμε και σας περιμένουμε”», δήλωσε ο υπουργός. Αυτή η στρατηγική μπορεί να οδηγήσει σε πτώση των μισθών και αναστάτωση στον κοινωνικό ιστό. «Απαιτείται μια οργανωμένη προσέγγιση που θα βασίζεται στην παραγωγικότητα και στις πραγματικές ανάγκες», πρόσθεσε.
Στη συνέχεια, ο κ. Βορίδης παρουσίασε τις διμερείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ελλάδα με χώρες όπως η Αίγυπτος και το Μπαγκλαντές καθώς και τις προσπάθειες για ταχύτερη επεξεργασία αιτήσεων μέσω ψηφιακών λύσεων. Τόνισε επίσης τη σημασία της σωστής εποπτείας των μετακληθέντων εργατών: «Δεν μπορεί κάποιος να έρχεται νόμιμα στη χώρα μας για ένα μήνα κι ύστερα να τον βρίσκουμε σε άλλη ευρωπαϊκή πόλη».
Ο υπουργός ανέφερε επίσης ότι οι μεταναστευτικές ροές έχουν μειωθεί κατά 30% σε σύγκριση με πέρσι, αποδίδοντας τα εύσημα στο Λιμενικό Σώμα για την αποτελεσματική του δράση παρά τις επικρίσεις από μέλη της αντιπολίτευσης. «Το Λιμενικό εργάζεται σκληρά υπό δύσκολες συνθήκες», σημείωσε.
«Η Ελλάδα εφαρμόζει ένα σαφές σύστημα ασύλου», συνέχισε ο κ. Βορίδης, εξηγώντας ότι περίπου το 55% των αιτήσεων γίνονται δεκτές ενώ οι υπόλοιπες απορρίπτονται. Παρόλο που υπάρχει δικαίωμα ενδικοφανούς προσφυγής με υποστήριξη από διερμηνείς και παραμονή στα κέντρα υποδοχής,πολλοί δεν φεύγουν μετά την απόρριψη της αίτησής τους.
«Η Ευρώπη συνολικά δεν έχει καταφέρει να εφαρμόσει αποτελεσματική πολιτική επιστροφών»,δήλωσε ο υπουργός τονίζοντας πως χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική μεταναστευτική πολιτική. Χρειάζονται μηχανισμοί ελέγχου ώστε οι επιστρέφοντες πρόσφυγες να παραμένουν υπό επιτήρηση είτε μέσω κράτησης είτε άλλων μέτρων όπως ηλεκτρονική παρακολούθηση ή τακτικοί έλεγχοι στην Αστυνομία.»
